Browse Category

Άρθρα

Αρχική / Browse Category "Άρθρα"

Τα όρια τής παλαίωσης -Τριτογενή και άλλες τέτοιες μπούρδες

Άρθρα Οκτ 05, 2025 Χωρίς Σχόλια

Κρασί.
Η απόλυτη, πανηγυρικά πολύπλοκη βιοχημική κονσέρβα τής φύσης υπό την επιστασία και ενορχήστρωση τού ανθρώπου, προορισμένη πολλές φορές να ζει για αιώνες. Ένα μαγικό εργαστήρι αέναης αλληλεπίδρασης ουσιών και διαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών, που διαμορφώνουν συνέχεια καινούργιες εικόνες και παραστάσεις του, διαφορετικού τύπου προσλήψεις του, ακόμα και μέχρι το πέρας του.

Είναι ένας ζώντας οργανισμός που όπως και όλοι οι υπόλοιποι, έχει γέννηση, νιάτα, μεστότητα και γήρας. Δηλαδή αρχή, μέση και τέλος, διάγοντας παραπλήσιους κύκλους με τα υπόλοιπα έμβια όντα, χωρίς να έχει συνείδηση, νόηση και πνευματικότητα, αν και γι αυτά τα τελευταία, δεν είμαστε και πολύ σίγουροι.

Όλες οι φάσεις τής ζωής του έχουν ζωηρό ενδιαφέρον, κάποιοι δε, εστιάζουν επιμένοντας στην τελευταία περίοδο, θεωρώντας ότι συγκεράζει πολλά πράγματα ή και όλα συμπεπτυγμένα, από τον βίο του. Ορισμένοι μάλιστα, είναι διατεθειμένοι να περιμένουν πολύ καιρό αλλά και να σκάσουν πολλά τάληρα, προκειμένου να ανακαλύψουν τον αντικατοπτρισμό στο στόμα τού φθινοπώρου τού μυθικού τρύγου τού Cheval Blanc 1947, ή τούς αιώνες μιάς JCA & C Terrantez Madeira 1715: είναι η παλαίωση.

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να κάνουμε μία επισήμανση και έναν διαχωρισμό:
Πρώτον, δεν παλαιώνουν παρά ελάχιστα κρασιά -αν και σχεδόν όλα πλέον έχουν μεσοσταθμικούς ορίζοντες διαβάθμισης τής ζωής τους, που να αποτελούν μίνι καμπύλες παλαίωσης- με πραγματικό ενδιαφέρον.
Δεύτερον, και πολύ σημαντικό, πρέπει να γίνει σαφής διαφοροποίηση μεταξύ οξειδωμένου, και οξειδωτικού κρασιού, αν και μοιάζουν πολύ -φαινομενικά- οι όροι αφενός, αφετέρου χρησιμοποιείται και στις δύο περιπτώσεις ο ίδιος καταλύτης, το οξυγόνο.
Δεν θα υπεραναλύσουμε τις δύο υποκατηγορίες πολύ, γιατί θα μας πάρει μεγάλα κατεβατά, θα γενικεύσουμε ως εξής:

Οξειδωτικό, είναι ένα κρασί που εξαρχής συμπεριέλαβε τον αέρα σαν μέρος τής διαδικασίας διάπλασης και παραγωγής του και έγινε εκούσια για να προσλάβει συγκεκριμένο χαρακτήρα. Οξειδωτικό όμως, είναι και ένα κρασί που αγγίχθηκε ευγενικά από αυτόν σε κάποιο σημείο τής ζωής του λίγο πιό εμφανώς, συμβάλλοντας στην γραμμική καθοδική του καμπύλη γοητευτικά, επιτείνοντας την πολυπλοκότητά του χωρίς να αφαιρέσει τίποτα από την κράση, ενέργεια και παλμό του.

Οξειδωμένο, είναι ένας όρος (όχι πάντα, αλλά ως επί το πλείστον) που χρησιμοποιείται μειωτικά για το κρασί, υποδηλώνοντας πως τρώθηκε βίαια, βαθιά, καίρια και αμετάκλητα από το οξυγόνο, για διάφορους πάντα λόγους, μπορεί και πρόωρα, ίσως και επειδή επήλθε το τέλος. Σημειώνει ένα κρασί νεκρό, δίχως σφυγμό, πλαδαρό, χωρίς νεύρο, επιμένον μονόχνωτα στον οξειδωτικό παράγοντα και χωρίς να προσφέρει καμία διασκεδαστική πλευρά. Το οξυγόνο το έχει αποδομήσει, το έχει διαλύσει, το έχει τσακίσει, θυμίζοντας καταφανώς όξο, παρά κρασί. Κάποιοι το λεν τελειωμένο, το παίζω κι αυτό.

Θα πάρω το δεύτερο μισό τής πρώτης υποκατηγορίας -η οποία μπορεί άνετα και να συμπεριλαμβάνει το πρώτο μισό της- για να αναδιφήσω σύντομα την διάσταση τής παλαίωσης. Σημειωτέον, εν δυνάμει οξειδωτικό αρχίζει και γίνεται άδηλα το κάθε κρασί από την πρώτη κιόλας μέρα τής εμφιάλωσής του, όπως και όλοι οι οργανισμοί που αποτελούνται από άνθρακα -η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει από την γέννησή τους. Αναπόσπαστα, ένα κρασί που έχει παλαιώσει είναι οξειδωτικό -ανεξαρτήτως βαθμού του- γι αυτό και έγινε λόγος γι αυτό το χαρακτηριστικό.
Λοιπόν, δεν είναι ο βαθμός οξείδωσης ή για να μην γίνω ανακόλουθος με το εαυτό μου, οξειδωτικής εισχώρησης, που ενδιαφέρει. Μπορεί να είναι όσος θέλει, να έχει μπει μέχρι το μεδούλι, να φαντάζει η κυρίαρχη τάση μέσα στο κρασί. Μαζί και αυτή η πιπίλα των τριτογενών αρωμάτων -που πάντα ενέχονται στην εξελικτική διαδικασία τού κρασιού και είναι κάτι φυσιολογικό και επιθυμητό- που περιφέρουν οι διάφοροι νεόκοποι νεο-γνώστες τού οίνου τώρα τελευταία -μπορούν και αυτά να είναι όσα και όσο θέλουν, σε όποιο βαθμό θέλουν.
Μπορεί, ακόμα ακόμα, και το φρούτο να έχει πλήρως μεταλλαχτεί σε κάτι άλλο μη αναγνωρίσιμο πλέον. Μπορεί, μπορεί, μπορεί χίλια διαόλια μπορεί. Τίποτα από αυτά δεν ενδιαφέρει.
Αυτό που ενδιαφέρει (δεν θα το συζητήσω καν, γιατί το θεωρώ αυτονόητο, ότι το κρασί πρέπει να είναι άκρα απολαυστικό), είναι να υπάρχει ΕΝΤΑΣΗ.
Γνήσια, αμόλευτη, ακίβδηλη, αδιαπραγμάτευτη, ένταση. Και τότε η παλαίωση θα έχει νόημα. Όταν η ένταση περνάει το κρασί μέσα σου σαν σουβλί, όταν σε ηλεκτρίζει λες και άγγιξες γυμνό καλώδιο, όταν σε ταρακουνάει σύγκορμο. Η ένταση το κάνει να έχει μιά ιδιότυπη φρεσκάδα ακόμα και μέσα στην γηραλέα ύπαρξή του, το ενεργοποιεί κινητοποιώντας το για περαιτέρω ζωή.
Ναι, υπάρχουν τέτοια υπέροχα παλαιωμένα κρασιά -μπορεί και πολλών δεκαετιών- που σ’το κάνουν αυτό, που σ’το καταφέρνουν αυτό, που σου λένε ”όσος χρόνος και να έχει μπει μέσα μου, έχω την φλόγα”.

Και εδώ αγαπητές και αγαπητοί, δεν τίθεται θέμα γούστου. Όχι, ΟΧΙ.
Αν πραγματικά επιζητείς την παλαίωση, είτε με όλους τούς βαθμούς οξειδωτικής διάθεσης, είτε με βαθιά τριτογένεια είτε όχι, η ένταση είναι μονόδρομος στην πυξίδα σου, η μόνη αληθινή συνθήκη πλήρωσής της. Αλλιώς, περιμένεις να μεστώσεις σαν καταναλωτής, να ωριμάσεις σαν οινόφιλος, για να μπορέσεις να εμπεδώσεις την πεμπτουσία τής παλαίωσης.

Γιατί γούστο είναι να θες την μπριζόλα σου με αίμα, λίγο ψημμένη, καλά ψημμένη, από θάλαμο 10 μηνών ωρίμανσης.
Αλλά δεν την θες ψόφια.

Παύλος Γκέγκας

Three Peaks. Η κατάθεση τού προσωπικού ερυθρού διεθνούς ποικιλιακού Έβερεστ.

Άρθρα Οκτ 02, 2025 Χωρίς Σχόλια

Τα σκίτσα είναι από το ογκώδες πόνημα Wine Grapes, των Jancis Robinson, Julia Harding, José Vouillamoz

Κατ’αρχάς, τίθεται άμεσα το ερώτημα:
Δικαιούται ένας οινοκριτικός να μεροληπτεί υπέρ κάποιων ποικιλιών σταφυλιού ή να έχει προτιμήσεις;
Και αν ναι, τότε δεν θα είχαν φανερό πλεονέκτημα έναντι των άλλων -εννοώντας πάντα τα κρασιά που προέρχονται απ’αυτές αυτές-, καθιστώντας την κρίση του επηρεάσιμα διαβλητή, άρα και ύποπτη;
Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω πως δεν δίνω φανατική σημασία στην τυπικότητα των ποικιλιών, ούτως ώστε άμα τη αναγραφή π.χ. Cabernet Franc, να πετάω την σκούφια μου, θέτοντας την ετικέτα σε απόλυτο προβάδισμα και εύνοια από την παραδιπλανή που θα εξεταστεί. Όπως έχω γράψει και διατυπώσει, την μεγάλη διαφορά την κάνει ο άνθρωπος, ο αμαξάς πίσω από την άμαξα, το terroirέστερο των terroirs. Οπότε από αυτήν την πλευρά καμία ποικιλία δεν έχει ουσιαστικό αβαντάζ, αν δεν επιληφθεί ο δημιουργός για να την απογειώσει. Υπάρχουν όμως, όπως και στον φυσικό κόσμο, που άλλος είναι ψηλός, άλλος πιό εύσωμος και ούτω καθεξής, εγγενείς διαφορές στα χαρακτηριστικά, που σε κάποιο προσωπικό γούστο θες -αφού η ομορφιά είναι στα μάτια αυτού που την βλέπει-, κάποια λόξα βρε παιδί μου, να κάνει αυτά τα χαρακτηριστικά ιδιαίτερα επιθυμητά.

Κατά δεύτερον, ναι, νομίζω ότι δικαιούται, όταν δεν το φωνάζει και δεν το έχει κάνει παντιέρα αποκαλύπτοντας τις προθέσεις του, με αποτέλεσμα να γίνεται προβλέψιμος. Όλα αυτά τα χρόνια που κάνω αυτό που κάνω, παρότι έχω εκθειάσει και αποθεώσει κάποια σταφύλια, ποτέ δεν τα έθεσα υπεράνω, παρότι πολλές φορές μπήκα στον πειρασμό ή άφησα αιχμές.
Για όλα όμως, υπάρχει κάποια αρχή (που όμως δεν προδικάζει απολύτως τίποτα για το μέλλον).

Θα είμαι σύντομος, κοφτός και περιεκτικός, όσο γίνεται.

Και ακόμα πιό σύντομος για το Pinot Noir, που είναι εκτός συναγωνισμού.
Και ο λόγος είναι, ότι δεν πρόκειται για ποικιλία, αλλά για Θεότητα κλεισμένη μέσα σε μιά ρώγα. Είναι ανούσιο να παραθέσω πλείστα όσα -κορυφαία- παραδείγματα κρασιών του, που καταλαμβάνουν το θυμικό και στοιχειώνουν τις αισθήσεις με την επιτακτική, πλάνα μέθη των αρωμάτων του. Ένα σταφύλι που οι λάτρεις των κρασιών γυμναστηρίου αρνούνται να δουν το φίνο, λεπτό μεγαλείο του, που το περνά μέσα από τις δεκαετίες ασφαλώς, χαρίζοντάς του επιπλέον στρώματα γήϊνης σαγήνης, στέλνοντάς το προς την ολοκλήρωση, την πληρότητα, και ίσως την τελειότητα.

Τα επόμενα δύο, τα έχω ίσα στο αξιακό μου βάθρο, αλλά πρέπει να αρχίσω από το πιό γνωστό ή πιό ακουσμένο, αφού ακόμη και ο πατέρας μου πριν σαράντα χρόνια έλεγε ”έφερα κρασί -χύμα βέβαια- από Μερλό(τ) από ένα φίλο που το φτιάχνει”!
Τα κρασιά από Merlot, μιλώντας πάντα γι αυτά που ανήκουν σε υψηλή στάθμη, έχουν το σπάνιο χάρισμα να συμπληρώνουν ισομερώς φινέτσα, βάθος αλλά και στρογγυλάδα μαζί με ουσιαστικό φρουτώδη χαρακτήρα. Στοχεύοντας ακριβώς εκεί που πρέπει, την αβάσταχτη νοστιμιά που τα κάνει εξαιρετικά προσιτά, ταυτόχρονα όμως και ντελιριακά ποθητά. Και αυτό γιατί μερικά από τα πιό ακριβά και συλλεκτικά κρασιά τού πλανήτη, γίνονται από Merlot, έχοντας πολυσχιδή και πολύπλευρα τάλαντα οργανοληπτικών δαιδάλων, τα οποία αναπτύσσουν ασμένως σε αδιανόητη διάρκεια χρόνου, κάνοντάς τα παράλληλα πολύτιμα χρηματιστηριακά αντικείμενα.

Το μέγα Grenache, είναι ένας γόης τής ανθώδους πολυπλοκότητας, ένας Δανδής τής έκφυλης ερωτοτροπίας, με ένα κόρτε που δεν είναι δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν, ακόμα και εκείνους που λατρεύουν τα άκαμπτα κρασιά-ντουβάρια, με κτηνώδεις όγκους και διαστάσεις παλαιστών τού Σούμο. Γιά τα κρασιά του, μιλώντας ξανά για τα σοβαρής ποιότητας, πρέπει να δώσεις λίγο παραπάνω προσοχή στον αιθερικό δίαυλο που τα διαπνέει, την κομψοεπή φινέτσα και λεπτότητα που εδράζεται πάνω στην γευστική αρωματικότητα. Δεν τούς αρέσει η άσκοπη επίδειξη, δεν προσπαθούν να υποβάλλουν με την δύναμη και την πυγμή, είναι αυτονόητα ηδονιστικά από την πρώτη κιόλας γουλιά. Μερικά γιγάντια κρασιά τού κόσμου γίνονται από αυτό το σταφύλι, από την -μάλλον- γενέτειρά του Ισπανία, όπου το εκστατικό αρωματικό τους δυναμικό φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη, μέχρι τον Γαλλικό Νότο, όπου συμμετέχοντας είτε σε χαρμάνι -ως επί το πλείστον με κυριαρχικό ποσοστό- είτε αυτόνομα, συναρτούν κάποια από τα κρασιά-μύθους τής υδρογείου.

Στο τέλος της ημέρας, όλα τα κρασιά περνούν από το ίδιο κριτηριακό μοντέλο, από την ίδια κρησάρα, ανεξαρτήτως τού τι γράφει στην σύνθεση, σαν να μην έχω δει καν το σταφύλι που έχει φτιαχτεί.
Και εκεί είναι που οι όποιες προτιμήσεις πάνε περίπατο, αφού πρώτιστο λόγο έχει η δικαιοσύνη και η αλήθεια της κάθε φιάλης.

Ξέρω ότι αφέθηκαν απ’έξω κολοσσιαίες ποικιλίες με εκτόπισμα, δόξα και φήμη, όπως το τρισαγαπημένο Nebbiolo, αλλά δυστυχώς τρεις χωρούσαν εδώ.
Ξέρω επίσης, ότι αυτή είναι μιά αυστηρά δική μου επιλογή και θεώρηση, που είναι παγιωμένη ύστερα από εμπειρία δεκαετιών. Χωράει όμως μπόλικη κουβέντα, αφού ο κόσμος τού κρασιού (πρέπει να) είναι ένας κόσμος ευγενούς ανταλλαγής απόψεων, και όχι κανιβαλισμού και σαρκοφαγίας όπως έχει παρατηρηθεί εσχάτως.

Παύλος Γκέγκας

Πραγματικά καλό ροζέ: η επίτευξη ενός άθλου

Άρθρα Ιούλ 17, 2022 Χωρίς Σχόλια

Δεν είναι δύσκολο να του προσδοθεί μιά κολακευτική φράση:
Ο μεγάλος ισορροπιστής, το παιχνίδι των λεπτομερειών, το ιδανικό πασπαρτού, το απόλυτο γαστρονομικό εργαλείο, και ένα σωρό άλλα, γιά έναν τύπο κρασιού που εσχάτως ενστερνιστήκαμε σαν μιά παγκόσμια τρεντουλιά, αργά όπως πάντα. Και όμως, το ίδιο του προϋπήρχε ανέκαθεν, και μάλιστα πάντα σε υπόληψη από το Φραγκολεβαντίνικο και συν αυτώ, γίγνεσθαι.
Το ροζέ!

Και δεν πάει βέβαια καιρός -ίσως και τώρα να συμβαίνει-, που άμα ρωτούσες κάποιον τυχαία, στον δρόμο, γιά το τί είναι ροζέ, μάλλον η αυτόματη απάντηση θα ήταν η σύμμιξη ή η προσθήκη ενός στο άλλο, λευκού και κόκκινου κρασιού, και έτσι θα έβγαινε αυτό το χρωματικό αποτέλεσμα.
Ασφαλώς όσοι έχουν εντρυφήσει λίγο παραπάνω στην οινική τεχνολογία, γνωρίζουν πως δεν είναι έτσι τα πράγματα, και ακόμα και στην Καμπανία που επιτρέπεται η ανάμειξη λευκού και κόκκινου κρασιού γιά να προκύψει ένα ροζέ αφρώδες, δεν γίνεται έτσι απλά, και με αμπντάλικο τρόπο.

Η παγκόσμια ζήτηση που έχει ανακύψει ύστερα από την επαναπροώθηση του οινικού τύπου, που πρέπει να τροφοδοτεί τον καταναλωτή με διάφορα θέματα, αφενώς γιά να μην βαριέται και αφετέρου γιά να κινείται η αγορά, έκανε το ροζέ απαραίτητο, τρόπον τινά, και στην εγχώρια οινική βιομηχανία και παραγωγή. Παραγωγοί που ούτε καν ήθελαν να ακούσουν γιά ροζέ, κάποιοι μάλιστα δεν το θεωρούσαν καν κρασί -το μπασταρδάκι…-, κάναν μιά ωραιότατη κωλοτούμπα και το ενέταξαν μετά βαΐων και κλάδων στην γκάμα τους, γιά να μην θεωρηθούν πασέ, παλιομοδίτες, αλλά και γιά να μην χάσουν το τραίνο και διαφεύγουν μπικικίνια.

Φυσικά, υπήρχαν -και είναι οι περισσότεροι βέβαια- και παραγωγοί που πάντα είχαν στο portfolio τους ροζέ κρασιά, κάποιοι μάλιστα και με παραπάνω από μία ετικέττες.
Δεν είμαι σίγουρος όμως, πόσο σοβαρά αντιμετώπιζαν το project ροζέ, και όχι σαν μιά ευκαιρία γιά επιπλέον κέρδος, αφού χρησιμοποιούνταν -από μερικούς βέβαια και όχι όλους- σαν ένα υποπροϊόν του ερυθρού με την μέδοδο Saignée, ήτοι της αφαίμαξης, και έτσι είχαν με έναν σμπάρο, δύο τρυγόνια: και δημιουργούνταν ροζέ από την διαδικασία, ως ένα ξεχωριστό κρασί, και συμπύκνωναν το ερυθρό που χρησιμοποιήθηκε.

Το ροζέ όμως, διέπεται από την εξής διπολική διαταραχή:
Είναι το πιό εύκολο να παραχθεί κρασί, όταν δεν υπάρχουν προσδοκίες και απαιτήσεις απ’αυτό, όντας το πιό ευεπίφορο σε χειραγώγηση και ”μαγείρεμα”. Όσοι σκαμπάζουν από οινοποίηση, πρακτικές και μεθόδους, γνωρίζουν ότι στον ογκομετρικό κύλινδρο, μπορούν να πειραχθούν όλα. Χρώμα, ζαχαρίτσα, οξύτητα και άλλα, εναπόκεινται στην δικαιοδοσία του επίδοξου μάγειρα, εάν και εφόσον θέλει να ακολουθήσει αυτήν την οδό, όπου σημειωτέον, ασφαλώς δεν χαρακτηρίζει συλλήβδην όλους, παρά μόνον όσους το έχουν στο αίμα τους την λοβιτούρα.
Και από την άλλη, το πιό δύσκολο να παραχθεί κρασί, εάν η στόχευση είναι σε υπέρτατα επίπεδα ποιότητας, αφού είναι μία ακροβατική πράξη ακριβείας και αδιανόητων λεπτομερειών, που όμως με την σειρά τους δεν υπόκεινται σε by the book μεθοδολογία αλλά απαιτεί ένστικτο και τρέλλα, με ένα παραπάνω δεκάλεπτο εκχύλισης -εάν πρόκειται γιά βαφική ή ιδιαζόντως τανική ποικιλία- να καταστρέφει το πλάνο, γιά να δοθεί μία ιδέα του πόσο εύθραυστα είναι τα πράγματα.
Τα αλάνια από την Προβηγκία, που χρόνια τώρα έχουν κάνει μότο ζωής πως ”ό,τι δεν είναι αρκετά καλό γιά ροζέ, γίνεται ερυθρό”, θα έπρεπε να υποψιάσει πολλούς. Αποκλειστικά γιά ροζέ οινοποίηση αμπελοτόπια που καλλιεργούνται γι αυτόν τον σκοπό, απαλές, ντελικάτες εκχυλίσεις από έναν καρπό που θα χρησιμοποιηθεί επί τούτω γιά ροζέ, και μετά άντε και γιά κάνα marc, μπορεί και οικογενειακής κατανάλωσης, και πολύ είναι. Και μιά προσπάθεια απόδοσης του τόπου, που καλό είναι να βρει μιμητές και εδώ.

Από όλον αυτόν το ορυμαγδό ροζέ θάλασσας που έχει πλημμυρίσει την εγχώρια αγορά όμως, και χωρίς να θέλω να μειώσω την προσπάθεια και τον κόπο αρκετών, μόνο ένα μικροκλάσμα τους θα μπορούσε να σταθεί στην παγκόσμια οινική σκηνή, και εννοώ δύο-τρεις ετικέτες. Σόρι γκάϊζ να’ούμ.
Όταν οι παικταράδες από Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία το έχουν δουλέψει χρόνια και χρόνια, δημιουργώντας κομψοτεχνήματα που αξιώνουν αυτοδίκαια θέση στις καλύτερες λίστες εστιατορίων του κόσμου, με υψηλές τιμές και χρονικούς ορίζοντες κατανάλωσης και εξέλιξης του κρασιού στα 10-15 χρόνια, θα πρέπει να κοιτάμε με προσοχή, και όχι βέβαια δέος, το πως το λανσάρουν το ρημάδι και να παραδειγματιζόμαστε.

Το ροζέ είναι μιά σοβαρή υπόθεση γιά να παρθεί αψήφιστα και οπορτουνιστικά, πόσο μάλλον τώρα που είναι on the rise, στα πάνω του ντε, και ίσως είναι και μιά αφορμή γιά να αναδειχθούν ντόπιες ποικιλίες που ταιριάζουν ταμάμ, ούσες κομμένες και ραμμένες γι αυτό, αλλά και επιχειρηματικά σε σχέση με εστίαση και τουρισμό γενικότερα, αφού ταιριάζει γάντι με Greek summer και τα τοιαύτα.

Εμπρός, το ροζέ να γίνει συνείδηση, και γιατί όχι, μία από τις -δυνάμει- πάμπολλες σημαίες του οινικού Έθνους!

Παύλος Γκέγκας

Natural – το προπύργιο του καταρρέοντος μονεταρισμού

Άρθρα Νοέ 23, 2021 Χωρίς Σχόλια

Παράξενοι, παράξενοι και ενδιαφέροντες καιροί.
Διάγουμε χρονικές συγκυρίες αναδιανομής, αναδιάρθρωσης και κοσμογονίας, ωραίων πραγμάτων που συμβαίνουν και πάντα συνέβαιναν άλλωστε, ανέκαθεν, και είμαστε πολύ τυχεροί που εκτυλίσσονται μπροστά μας, στις μέρες μας.
Πραγματικά είμαστε.

Και επειδή ως επί το πλείστον εδώ μιλάμε γιά κρασί, το κρασί δεν είναι μόνο του – έχει να κάνει με την πολιτική.
Την πολιτική; έλα τώρα!
Ναι, την πολιτική. Γιατί ως γνωστόν, ακόμα και στο περίπτερο να πας γιά τσιγάρα ή τσίχλες, θεωρείται πολιτική πράξη. Και οι πολιτικές γραμμές ή ατζέντες, πάντα, με κάποιο τρόπο, δηλωμένα ή άδηλα, εφαρμοζόταν γιά να υπάρχει μιά εύρυθμη διαχείριση από τους κρατούντες, προς εμάς, τους υπηκόους.

Μιά τέτοια ατζέντα -τύπου αφανούς ντιρεκτίβας- άρχισε να διακρίνεται δειλά πριν κάποιες δεκαετίες αφορώντας την Γη -την γη μας.
Δεν έχω καμιά διάθεση να εμβαθύνω περί της κινδυνολογίας ή πραγματικότητας, σε σχέση με τα φαινόμενα αλλαγών που αφορούν τον πλανήτη, τις ταλαντώσεις, περιοδικότητες, την αυτορρυθμιζόμενη εν πολλοίς συμπεριφορά με τις παγετώδεις, μεσοπαγετώδεις, θερμές ή υπέρθερμες περιόδους του.
Ούτε καν να σχολιάσω επιστημονικές έρευνες σε αρκτικές και ανταρκτικές περιοχές, αποκοπέντων κυλίνδρων πάγου βάθους χιλιομέτρων που δείχνουν με ασφάλεια -λένε- τις θερμοκρασιακές μεταπτώσεις, όπως γιά παράδειγμα ότι κάπου στον μεσαίωνα η μέση παγκόσμια θερμοκρασία ήταν 3 (!) βαθμούς πάνω από την αντίστοιχη σημερινή.
Ούτε ακόμα ακόμα, γιά θλιβερές φωτογραφίες των δεκαετιών ’20 και ’30, στην κυριολεξία καθημαγμένης και ερημωμένης γης από ανεξέλεγκτη υλοτόμηση σε αδιανόητη έκταση, αποψιλωμένης από αιωνόβια δάση, ένεκα της οικονομικής δυσπραγίας, με την ξυλεία να είναι να είναι πρόσφορη γιά φτηνή θέρμανση και όχι μόνον.
Είναι οι ίδιες εκτάσεις που σήμερα σφύζουν από δασώδη ζωή, με το μάτι να πιάνει πράσινο ως το τέλος του ορίζοντα.
Δεν ξερω τι, και αν ισχύει, δεν γνωρίζω, δεν απαντώ.

Γιά κάποιον λόγο λοιπόν, και γιά κάποιο πρόταγμα, πρίν κάποιες δεκαετίες μιά τάση, πολιτικής σύλληψης, βούλησης και εφαρμογής -έτσι λέγεται-, ξεκίνησε να αγαπά παράφορα και να υπερπροστατεύει τον πλανήτη.
Τόσο, που δημιούργησε ένα κινηματικού τύπου mantra, επενδεδυμένο με έναν φιλοσοφικό μανδύα, που σε κάποιες ακραίες εκφάνσεις του είχε θρησκοληπτική εμμονή, κάτι σαν νεοπαγανισμό.
Πως πάνω απ’όλα είναι ο πλανήτης.
Είναι το απόλυτο διακύβευμα, το παν, το άπαν.
Όλοι κείμεθα κάτω απ’αυτό, είμαστε μικρότεροι, ασήμαντοι μπρος στην σπουδαιότητα της Γαίας.
Ναι, Γαίας. Γιατί της απηύθυναν τον λόγο λες και πρόκειται γιά ζώντα, ενιαίο οργανισμό και αυτεξούσια οντότητα, κάτι που φυσικά ισχύει με κάποιο τρόπο. Μόνο που στην περίπτωση, τον λογίζουν σαν έλλογο τέτοιο, με συνειδητότητα, ακόμα και πνευματική διάσταση, στο πλαίσιο όπως είπαμε ενός ιδιότυπου νεοπαγανισμού.

Τώρα, είναι εύκολο να σκεφτούμε επιμέρους μικρο-παρακλάδια που ξεπήδησαν μέσα από αυτήν την τύποις γεωθεωρία, πολιτικής υποκίνησης, πάντα με άξονα την επίτευξη μίας εκκαθαριστικής επιχειρησιακής γραμμής.
Το εξαγνιστικό δηλαδή και πουριστικό, κυρίως υγιεινιστικά καθαρό μοντέλο, αυτό που αφήνει την φύση να μεγαλουργήσει χωρίς την μιαρή παρεμβατικότητα του ανθρώπου που σκοτώνει και ρημάζει, βιάζει την πλανητική ισορροπία, που οδήγησαν σε διεξόδους καθαρής ενέργειας, υποτιθέμενης ή μη, vegeterian και vegan αντίληψη, και ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν “πειράζουν” το περιβάλλον και τον πλανήτη, την συμμετρία και αρμονία του σύμπαντος, και ούτω καθεξής.

Και το νάτουραααλ.
Νάτουραλ παντού, νάτουραλ και στο κρασί.
Ακούγεται απλοϊκό, έ; εύκολη, πρόχειρη, αυθαίρετη εκτίμηση, με ρηχή επαγωγή.
Δεν είναι όμως.
Το natural κρασί, ό,τι είναι τέλος πάντων αυτό, μιάς και είναι μιά ευρύτατη, χωρίς περιορισμούς ακόμα κατηγορία, αφού δεν υπάρχει κάποιο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που να καθορίζει το πως και τι, εμπίπτει όσο πιό άμεσα γίνεται στην φάση, to the point ρε παιδί μου.
Και βολεύει πολύ, μιάς και σαν απόλυτη τρεντουλιά, δίνει το δικαίωμα να ασχοληθούν επισταμένως sommeliers και διάφοροι επαγγελματίες του κλάδου, γιά να καταρτηθούν με αυτόν τον τύπο οίνου εκτενείς λίστες, ακόμα και στα καλύτερα εστιατόρια ή wine bars παγκοσμίως, με την αιτιολόγηση -και είναι απολύτως σωστή- ότι το κρασί δεν πρέπει να μένει στατικό, είναι ανάγκη να ανανεώνεται και να επανεφευρίσκει τον εαυτό του.
Και έτσι μπαίνει και στα καλά τα σπίτια και τα καλά σαλόνια.
Και πάνω απ’όλα είναι ”καθαρό”, ”γνήσιο”.

Εδώ, πρέπει να εξαιρέσουμε όσους από ακράδαντη πεποίθηση, εσωτερική παρόρμηση και ιδιογενή οίστρο, παράγουν κρασί με τέτοιες, μη παρεμβατικές μεθόδους, φίλα προσκείμενες προς το φυσικό, μην ακολουθώντας έξωθεν επιταγές.
Και να καγχάσουμε με όψιμους τιμητές και πρώην λοιδορούς αυτής της τάσης, ορισμένοι μάλιστα ταγμένοι στον παμμέγιστο φάρο του by the book επιστημονικού εγχειριδίου, ή γιά να το πούμε καλύτερα, φόλα τεχνολογικοί, που είδαν φως και και μπήκαν, όπου φως βέβαια, μπαγιόκο.

Προσωπικά, δεν δίνω δεκάρα αν ένα κρασί είναι βιολογικό, βιοδυναμικό, ομοιοδυναμικό, natural, αν έχει 5 ή 200 mg/lt θειώδη, ή οτιδήποτε το εντάσσει σε κατηγοριοποιήσεις, εφόσον βέβαια είναι μέσα στα επιτρεπτά νομικά επίπεδα. Αυτό που με ενδιαφέρει, είναι να είναι απολαυστικό, να προσφέρει χαρά, στην παρέα και στο τραπέζι.

Που κολλάνε και πως συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους, και γιατί η πολιτική εξουσία κόπτεται να ενστερνιστούμε -αν το υποθέσουμε αυτό- την παγγαιϊστική της, τρόπον τινά, άποψη, είναι κάτι που χρήζει ιδιαίτερης, και κυρίως προσεκτικής ανάλυσης προτού καταλήξουμε κάπου ή πούμε καμία αρλούμπα.
Αυτό όμως, που πρέπει να είμαστε ενήμεροι και εν εγρηγόρσει, είναι πως ζούμε σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε κομβική φάση, σε πραγματικά κρίσιμο σημείο καμπής.
Ίσως μάλιστα ο κόσμος έτσι όπως τον ξέρουμε, να αλλάξει δραματικά.
Ίσως το σύστημα, όχι κατ’ανάγκη κάτι το μυστικιστικό, κακόβουλο, με άρχουσες ελίτ και τα τοιαύτα, αυτό ντε, το όλο, στο οποίο ενυπάρχουμε όλοι και είμαστε συμμέτοχοι και αλληλεπιδρώντες, να προσπαθεί να αναδιαταχθεί οικονομικά, κοινωνικά κ.τ.λ. και να εγκαθιδρύσει νέες πραγματικότητες.
Ίσως όμως όντως να εκπορεύεται από κάπου αλλού, και πάλι βέβαια, μόνο με υποθέσεις και εικασίες το σκιαγραφούμε, που πολλές φορές ακουμπάνε στα όρια του γελοίου, του φαιδρού, και άλλα τέτοια τζιζ στιγματιστικά.

Αυτό όμως που είναι θεατό γιά κάποιον με πιό διεισδυτική οπτική και σκεπτικιστή, ή από την άλλη πιό κακόπιστο, αναλόγως την θεώρηση και την ματιά του καθενός από μας και του τι έχει να τους προσάψει (τον υποτιθέμενο σκεπτικιστή ή τον υποτιθέμενο κακόπιστο), είναι πως οδεύουμε σε ένα νέο στάτους ανταλλακτικών αξιών.
Από την κατάργηση του κανόνα του χρυσού του Bretton Woods και το σύστημα των σταθερών ισοτιμιών και της άμεσης μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό, άρχισε μιά -πιθανόν καθοδηγούμενη- συνειδησιακή υποτίμηση του χρήματος. Αρχής γενομένης της πλαστικοποίησής του, και αφού πρώτα μετετράπη σε λογιστικό και άρα ανεξέλεγκτα πληκτρολογίσιμο, αφού δεν προϋπέθετε αντιστοιχία σε χρυσό από την Federal Reserve, μέχρι την επικείμενη ψηφιοποίησή του.

Ίσως, το επόμενο -πολύ επικίνδυνο ή καθόλου προβλέψιμο- βήμα, να είναι η πλήρης κατάργησή του και η αντικατάστασή του από συμπεριφερολογία, όπου θα πιστώνονται στον πολίτη μονάδες συμπεριφοράς. Καλής ή κακής, ευπειθούς στο κράτος ή όχι.
Ακραίο αν το σκεφτεί κανείς, αλλά σάματις τι είναι φυσιολογικό στην ιστορία της ανθρωπότητας;

Και ίσως, γιά να τραβήξουμε το σχοινί, να σχετίζεται άμεσα και άρρηκτα με το αναδυόμενο ως ύπατο πρόταγμα, εκείνο της προστασίας της Γης πάση θυσία και με κάθε κόστος, και κατά πόσο οι συμπεριφορές, που θα έχουν μετατραπεί σε ανταλλακτική αξία πλέον εν είδει νομίσματος, την πληγώνουν ή όχι.

Καλό παραμυθάκι ή όχι, ντιπ δεν ξέρω, ούτε καν αν έχει δράκο ή μας προκύψει σαυρίτσα.
Αυτό όμως που ξέρω, είναι ότι ταιριάζει γάντι με τους παράξενους και ενδιαφέροντες καιρούς μας.

Και βέβαια, ξέρω ακόμη καλύτερα τούτο:
Αντιπαθώ σφόδρα τους συνωμοσιολόγους.
Αποστρέφομαι όμως, με κάθε μου κύτταρο, τους συνωμότες.

Παύλος Γκέγκας

Οι φενταγίν του Μεγάλου Κρασιού-η χίμαιρα του Ιερού Δισκοπότηρου

Άρθρα Οκτ 04, 2021 Χωρίς Σχόλια

Μεγάλο κρασί; Μεγάλο είναι το μάτι σου!

Και τι διάολο, μας έχουν πρήξει με αυτές τις παπάρες γιά τα μεγάλα κρασιά του κόσμου;
Και τι είναι μεγάλα κρασιά; ποιός τα πιστοποιεί, ποιοί τα ανακηρύσσουν, και γιατί, το κέρατό μου μέσα, είναι μεγάλα ντε και καλά;

Κατ’αρχάς, είναι ένας αμφιλεγόμενος και μάλλον υπερτιμημένος όρος.
Και αυτό γιατί είναι ένα οικονομικοκοινωνικό πρόσημο, που δεν αντικατοπτρίζει απλώς και μόνο την οργανοληπτική αξία του κρασιού. Που με την σειρά της η τελευταία, με προμετωπίδα την απόλαυση σαν τελική και καταλυτική κρίση, απευθύνεται σε μη μετρήσιμα μεγέθη. Αυτά της συναισθηματικής πρόκλησης παραστάσεων, που είναι ποικίλα από άνθρωπο σε άνθρωπο, και ασφαλώς διάφορα του καταβαλλόμενου αντιτίμου γιά την απόκτησή του.

Που όμως, αυτός ο όρος ή καλύτερα τίτλος, διαφυλάσσεται σαν κόρη οφθαλμού από αυτούς που τον έχουν κατακτήσει.
Και τον έχουν κατακτήσει.
Γιατί αυτοί οι τύποι, φτύσαν αίμα γενεές έναντι γενεών, ορισμένοι εδώ και δέκα αιώνες, γιά να εδραιώσουν όνομα, φήμη και υπερπροστιθέμενη αξία. Δεν έχουν καμιά διάθεση να μπαίνουν άλλοι στα τσανάκια τους ή να υπάρχει συνεχώς ένας αναβρασμός ανακατάταξης.
Υπόψιν, δεν υπάρχει αμβισβήτηση γιά το αν είναι καλά κρασιά -είναι και μάλιστα στο ακρότατο όριο της βαθμίδας του καλού.
Ασφαλώς, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία γιά το αν παλαιώνουν όμορφα, ορισμένα γιά δεκαετίες ή και αιώνες -κάτι που είναι ταυτόσημο με τη έννοια του σπουδαίου κρασιού-, χαρακτηριστικό που τους προσδίδει το πλεονέκτημα του χρηματιστηριακού και επενδυτικού αντικειμένου, που με την πάροδο του χρόνου γίνεται καλύτερο, άρα και πιό ακριβό.

Royalty λοιπόν, η αδιάλλειπτη και ένδοξη γραμμή σύνδεσης με το παρελθόν, όπως έχει ειπωθεί ήδη και από άλλους.
Αλλά και η σπανιότητα όπως και η δυσπραγία απόκτησης τέτοιων κρασιών, ένεκα των δυσθεώρητων τιμών, τους δίνει ελιτίστικες διαστάσεις, κάνοντάς τα να προαλείφονται γιά λίγους και εκλεκτούς, έχοντες και κατέχοντες-οι άλλοι μόνο από σπόντα. Μην ξεχνάμε ότι στην σύγχρονη χρηματιστική πραγματικότητα, η σπανιότητα και η δυσκολία απόκτησης, είναι από τα πράγματα που δημιουργούν την απόσταση μεταξύ των υψηλών κλιμακίων και του λαουτζίκου.
Και αυτά όλα αφορούν φυσικά τις κορυφαίες εκφράσεις του διεθνούς αμπελώνα, ετικέτες που προκαλούν δέος στο άκουσμά τους.

Αλλά δυστυχώς πολλοί, πάμπολλοι, έχουν φάει την παπάντζα.

Δεν είναι το ξένο κρασί, έτσι όπως το έχουν θεοποιήσει, εξιδανικεύσει, τουλάχιστον στις περισσότερες των περιπτώσεων, ακόμα και γιά τα επονομαζόμενα μεγάλα του είδους, με εισαγωγικά ή μη.
Πολλοί, κρατάνε τις διθυραμβικές κρίσεις, ακόμα και βαθμολογίες, μα κυρίως την απονομή του εξέχοντος και τιμητικού όρου ”Μεγάλο Κρασί”, προορίζοντάς τα αποκλειστικά γιά τα γνωστά icons του παγκόσμιου αμπελώνα. Κανένα άλλο κρασί δεν επιτρέπεται να αγγίξει την προστατευμένη αυτή κάστα με τέτοιους υψιπετείς χαρακτηρισμούς.

Ο λόγος δεν είναι οι προσλαμβάνουσες και οι εμπειρίες που πρέπει να υπάρχουν σε τέτοιους οίνους -οι οποίες σημειωτέον, είναι απαραίτητες, διότι απαιτούνται ώστε να έχεις σημείο αναφοράς και σύγκρισης όταν καλείσαι να αντιπαραβάλλεις ένα οποιοδήποτε κρασί με τα ”ανέγγιχτα” κορυφαία-. Κάποιοι τις έχουν -και μαγκιά τους-, κάποιοι όχι.
Ο λόγος είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση όσον αφορά την κριτική ικανότητα μερικών ανθρώπων, αλλά και το κόμπλεξ κατωτερότητας που έχει εμποτίσει το Ελληνικό κρασί και επηρεάζει αρνητικά.
Αυτά τους κάνουν να κρατάνε μπάγια, να έχουν καβάντζα στο συρτάρι έτοιμες κονκάρδες, τις οποίες θα τις έχουν κλειδωμένες και θα τις χρησιμοποιούν καρφιτσώνοντάς τες, μόνο γιά τα κρασιά του κλειστού αυτού κλάμπ. Κάτι που μερικούς βολεύει, μιάς και η σπανιότητα και οι απλησίαστες τιμές τους, τούς φέρνει σε προνομιακή θέση, αφού γιά διάφορους λόγους αυτοί μπορούν να τα γεύονται, ενώ οι άλλοι όχι. Είτε γιατί έχουν την οικονομική επιφάνεια, είτε γιατί είναι γιουσουφάκια και κολαούζοι κάποιων που μπορούν.

Άλλοι, καταναλωτές, ”ειδικοί” και ειδικοί, άνθρωποι του κρασιού από όλα τα πόστα, συντάσσονται αναφανδόν με τα παραπάνω, υποτασσόμενοι στην μοίρα τους σαν χειροκροτητές και κλακαδόροι του μεγαλείου.
Ευτυχώς όχι όλοι. Και ευτυχώς ολοένα και περισσότεροι, και από την παλαιά αλλά και από την καινούργια φρουρά, βλέπουν καθαρά, αδιαφορούν γιά τις ταμπέλες, διώχνουν από πάνω τους την στάμπα του τιμητή.

Πλέον όμως, υπάρχουν πάμπολλα κρασιά “ταπεινής” καταγωγής που είναι ικανά να αξιώσουν τιμητικές αναφωνήσεις και υψηλά σκαλοπάτια κατηγοριοποιήσης. Που μπορούν και να κερδίσουν ίδιες ή και μεγαλύτερες βαθμολογίες σε διαγωνισμούς από κάποια πολύ γνωστά στο στερέωμα.
Από παντού στον κόσμο.

Στα καθ’ημάς, ας προσπαθήσουμε να βάλουμε το Ελληνικό κρασί στην εξίσωση.
Αν υποθέσουμε ότι οι ιλιγγιώδεις βαθμολογίες που έχουν αποσπάσει τα τελευταία χρόνια τα κρασιά μας στους πιό πρεστιζάτους των διεθνών διαγωνισμών, αλλά και από παγκόσμιας εμβέλειας οινοκριτικούς, είναι πειστήριο, εχέγγυο και αποδεικτικό ανώτερης ποιότητας, τότε αυτό μας ευνοεί γιατί έχει συμβεί ήδη. Εννοείται πως αυτή είναι μιά πολύ επιπόλαιη και επιδερμική ανάγνωση, γιατί το κρασί δεν είναι μόνο βαθμολογίες και διακρίσεις.
Αλλά δεν είναι καθόλου αμελητέο. Και τα καλύτερα θα έρθουν συν τω χρόνω.

Αν επίσης, το σημαντικό θέμα της δυνατότητας παλαίωσης ενός κρασιού βάζει σε σκέψεις -και καλά κάνει-, θα πρέπει να έχουμε υπομονή, γιατί στην πραγματικότητα η δημιουργία ανταγωνιστικής -και κατά περιπτώσεις υψηλής- ποιότητας κρασιού στην χώρα μας, μετράει δύο, άντε και τρεις δεκαετίες. Περιμένοντας τα λεχούδια της δεκαετίας που μας πέρασε να δείξουν τα δόντια τους μετά από μιά και πλέον εικοσαετία -εάν και εφόσον το κάνουν- γιά να έχουμε ασφαλή συμπεράσματα, μπορούμε να πειραματιζόμαστε, να εστιάζουμε και παράλληλα να οραματιζόμαστε το μέλλον.

Το Ελληνικό κρασί μαθαίνει, αφουγκράζεται τα σημεία των καιρών, ενεργοποιείται στα κελεύσματα της αγοράς. Αν δε, προσαρμόσει ορισμένα τιμολογιακά ατοπήματα, κάνοντας πλεονέκτημα το μειονέκτημα του μικρού κλήρου και δίνοντας έμφαση στο τρίπτυχο γηγενής ποικιλία -που φαντάζει κάτι έθνικ και εξωτικό και είναι στα πάνω του αυτόν τον καιρό στην διεθνή ζήτηση-, μπουτίκ οινοποιείο, και υψηλές τιμές, που βέβαια χρειάζονται τον χρόνο τους και κόπο γιά να κατοχυρωθούν, τότε πάμε γι’άλλα.
Μαζί, και με απόλυτη σύμπνοια και οι μεγάλοι σε αναγνωρισιμότητα, εκτόπισμα και δυναμική παραγωγοί, που επ’ουδενί δεν φείδονται ποιοτικής εκπροσώπησης, και μία πλήρης γραμμή κρούσης είναι έτοιμη να τρώσει άπαρτα τείχη.

Στην αδυσώπητη αρένα της μάχης -βλέπε συγκριτική δοκιμή-, γίγαντες σφαγιάζονται, είδωλα κατακρημνίζονται, τιτάνες γονατίζουν.
Το υπερτιμημένο παίρνει την θέση του.
Στο οργανοληπτικό πεδίο δεν παίζουν οι φανέλες.
Με όπλα του δοκιμαστή, ένα δομημένο κριτηριακό μοντέλο, όλα τα υποψήφια κρασιά ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.
Εξετάζοντας το κρασί με γνώμονα το γεωμετρικό, αρχιτεκτονικό, εντασιακό, αισθητηριακό και αισθητικό προφίλ του, μία φτηνή Garnatxa από το Caladayud (που όμως τα κατοστάχρονα πρέμνα, τα 800 μ. πάνω από την θάλασσα και η μαεστρία του οινοποιού της δίνουν μαγικές διαστάσεις) μπορεί να φανεί ανώτερη από ένα Château Rayas. Και ένα ανυπόληπτο Ξινόμαυρο της δεκαετίας του εξήντα από τα κελάρια γνωστής εταιρίας, φτιαγμένο με τις τότε μεθόδους που πολλές φορές δεν είχαν σχέση με εκείνες που είχαν δημιουργηθεί αντίστοιχα σύγχρονά τους, κρασιά του εξωτερικού, και με φρούτο από αποδόσεις πολλών τόνων και φτωχής αμπελουργικής μέριμνας, μπορεί να σοκάρει με τον χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία, ακόμα και το σφρίγος του, όσον αφορά την διάρκεια στον χρόνο.
Και δεν θυμάμαι κανένα Petrus ή κανένα DRC να έχει λάβει τελευταία μέρος σε κάποιον διαγωνισμό.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο γιά να δεχτεί κατραπακιά το πολύτιμο γόητρό τους και το άσπιλο προφίλ τους.

Ας μη γελιόμαστε, το ”Μεγάλο Κρασί”, έτσι όπως έχει ταμπελοποιηθεί, πουλάει. Πουλάει από μόνο του. Μπορεί όχι στα λαϊκά στρώματα, αλλά εκεί που απευθύνεται. Και πουλάει καλά.
Και μαζί του, όλο το εισαγόμενο κρασί που μπαίνει από την κλειδαρότρυπα, και συμφέρει στην πώληση και ξελασπώνει μεγάλα δίκτυα διανομής, εισαγωγείς και μεγάλες εμπορικές εταιρίες.
Και δεν είναι καθόλου κακό αυτό.

Κακό είναι να απαξιώνεται και να λοιδορείται συλλήβδην το κρασί από μικρότερους ή και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής οινοποιούς, γιατί αποσπούν -δικαιωματικά- κομμάτι από την πίττα, κάτι που ενοχλεί.
Πλην όμως, δικαίωμα στο όνειρο έχουν όλοι, ακόμα και τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού.

Και απονέμοντας ο καθένας τον δικό του, προσωπικό τίτλο στο μεγάλο κρασί της αρεσκείας του, ίσως κυλήσουν πιό ευχάριστα τα πράγματα, υπάρξει μιά πιό ψύχραιμη αντιμετώπιση απαλλαγμένη από ζυγούς, φορμαλιστικές αναγκαστικότητες και πρέπει, και πιθανόν να αποδοθεί και μιά ιδιότυπη δικαιοσύνη.

Και στο άκουσμα του κλισέ ”κάνε εσύ κρασί δέκα αιώνες και μετά το συζητάμε”, δήλωσε ανυπακοή στην δουλική προτροπή γιά υποταγή στο ανώτερο, και αντέταξε:
Δεν θα χρειαστώ τόσο!

Παύλος Γκέγκας

Προσδοκώ εις ανάταση αμνών: η αφόρητη βαρεμάρα των κρασιών του Πάσχα

Άρθρα Απρ 30, 2021 Χωρίς Σχόλια

Χαρακτηριστική σκηνή από το μνημειώδες κόμικ των Goscinny και Uderzo, Astérix.
Ο πάνω δεξιά, φιμωμένος και δεμένος τυπάς, αποτελεί αντιφρονούντα και αρνητή της μπύρας.

Και αφού τόσα και τόσα χρόνια, έχει εξαντληθεί κάθε πιθανός και απίθανος συνδυασμός.
Και αφού κάθε τέτοια σεζόν παρελαύνει το άπαν, από όλων των ειδών και τιμών τα κρασιά.
Και αφού κάθε Λαμπρή, τα ίδια και τα ίδια.

Τι Σαντορίνες, τι Νάουσες, τι Νεμέες, τι λευκά, ερυθρά, ροζέ, τι αφρώδη, Σαμπάνιες, Orange, ρετσίνες, τι ξένα, τι εντόπια, τι κέρατα.. Όλα βρίσκουν τον αποδέκτη τους στον τραπέζι, βάζοντας απροσδόκητα και φευγάτα ταιριάσματα.

Να δέκα κρασιά γιά το Πάσχα, να πέντε κρασιά γιά την Ανάσταση, να δεκαπέντε κρασιά γιά τις γιορτές, να και άλλα πέντε στα μούτρα μας.

Μα, καλά, όλοι δηλαδή, ενώ γυρνάει το κατσικάκι ή το αρνάκι στην σούβλα ή παίζουν οι παντσέτες στην σχάρα, είναι με ένα ποτήρι στο χέρι, από κείνα τα καλά ντε, με τους λεπτούς μίσχους και τα εντυπωσιακά σχήματα, και στροβιλίζουν τις κρασάρες τους και συζητάνε επ’αυτών;
Δηλαδή, γιά κάτσε, όλοι που ανατρέχουμε στα παιδικά μας χρόνια -άντε και τα μετεφηβικά που μπορούσαμε κλεφτά ή μη, να πίνουμε καμιά γουλιά-, αυτό θυμόμαστε;
Μπαρμπάδες και θείτσες να έχουν κάνει τις προαγορές τους σε γενναίο απόθεμα κρασιού, εμφιαλωμένου και ποιοτικού, και περισπούδαστα να αντιγνωμούν και να αντιφέρουν κόσμια γιά τις ποιότητές τους, και το πόσο καλά κρασιά βγάζει η μία ή η άλλη περιοχή, ο τάδε ή ο δείνα παραγωγός;
Και όλα αυτά με τα ντουμάνια από την τσίκνα να έχουνε σκεπάσει τα πάντα, και να είναι αδύνατο, όχι να μυρίσεις, αλλά και να αναπνεύσεις; Και τα ραδιόφωνα και τα κασσετόφωνα, συχνά από ανοιχτές πόρτες αυτοκινήτων, να παίζουν τσάμικα στο διαπασών;

Ή μήπως να γίνονταν κορκόδειλοι (προσέξτε: όχι ”κρο”, κορκόδειλοι) και αεροπλάνα από το πιώμα, με ό,τι υπάρχει διαθέσιμο, αγορασμένο από το μπακάλικο και από το κοντινό καζανάδικο;
Και δώστου τα τσίπουρα, ρακές, τσικουδιές, ούζα. Αφήνω κατά μέρος την συνηθισμένη γιά τότε, έννοια του χύμα, που ήταν ό,τι πιό φυσιολογικό από όλες τις απόψεις, και βγάλουν καντήλες κάτι ”καθαροί”.

Ά, και μπύρες..

Γιά στάκα ρε μάγκα, δηλαδή, γίνεται να στριφογυρνάει το πλάσμα στην σούβλα, να έχει ερυθροπυρωθεί αυτό το θείο απαύγασμα του ρουστίκ ηδονισμού, ο μαγικός μεταφορέας στις πύλες του παραδείσου που λέγεται ξεροψημμένη πέτσα, ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΗ PILS; (Άντε και Lager..)
EEEEEEE;

Δηλαδή εγώ είμαι τρε μπανάλ, τρε τραζίκ, τρε ανωμάλ, που γουστάρω φόλα παγωμένες μπυράκλες με το αρνάκι, το κατσικάκι, το κεφαλάκι, το κοκορέτσι και τα γλυκάδια;
Είμαι ο μόνος, πέστε μου, που θέλω η κρύα, αρεστή πίκρα του ζύθου να σβήνει τον ουρανίσκο από την κάψα και το λίπος; Ή υπάρχουν κι’άλλοι; Είμαι καλά γιατρέ μου;

Δηλαδή μέσα σε όλο αυτό το τόσο συμπαθητικά και οικεία κιτς και ρουστίκ πανηγύρι της παράδοσης, θα δω κάποιον με ένα καλό ποτήρι με ένα ωραίο κρασί, και δεν θα χασκογελάσω και θα καγχάσω από μέσα μου;
Όχι από την θέση του υπεράνω, του δήθεν μου τάχα ειδικού, που τα έχει χορτάσει αυτά και τα έχει φάει με το κουτάλι, αλλά από ωμό, απροσχημάτιστο ρεαλισμό, που μου λέει πως δεν κολλάει κάτι τόσο εκλεπτυσμένο, κάτι που απαιτεί να εγκύψεις βαθιά και να αφουγκραστείς με προσοχή και ηρεμία τις αξίες του απερίσπαστος, μέσα σε αυτό το φεστιβάλ φασαρίας, κάπνας και καρνιβορικής θηριωδίας. Άσε που σε αυτό, το οικογενειακό ως επί το πλείστον περιβάλλον από ετερόκλητους συγγενείς, θα σε πάρουν στο ψιλό.

Έτσι, υποβιβάζεις το κρασί σε ένα απλό μέσο γιά να κάνεις κεφάλι, να γεμίσεις, εξισώνοντάς το με την -υποτιθέμενα- υπέροχη ρηχότητα και ανεμελιά της εκδήλωσης αυτής (κάτι διάφορο από το πραγματικό, εσωτερικό νόημα των ημερών).
Γιά να μην παρεξηγηθώ, ούτε θέλω να προσδώσω στο κρασί θεϊκές αρετές και υπόσταση, ούτε βέβαια να υποτιμήσω μπύρες και αποστάγματα, πολλά εκ των οποίων έχουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά, πολυπλοκότητα και τα λοιπά.
Και ο σκοπός, αυτής ή αυτών των ημερών, είναι στο γιορτινό τραπέζι να περάσουμε όμορφα, απελευθερωτικά, λυτρωτικά, και να νιώσουμε ανάταση.

Και περνάς καλά, όχι με τις εμβαθύνσεις περί του κρασιού, αλλά απροβλημάτιστα, εύκολα, αβίαστα, με παγωμένες Kaiser! (συγγνώμη, συγγνώμη, δεν το είπα αυτό!)
Τύποι που δεν τους αρέσει η μπύρα, ελέγχονται ως μη ανθρώπινα όντα, και ήδη βλέπω την μίρλα σε άμεσο, εν είδει αυτοματισμού ή ηλεκτρικού σπασμού που προκαλεί η ανάγνωση αυτή, σχόλιο, οσονούπω, από γνωστό παραγωγό, αντιπαθούντα της μπύρας αλλά και των αποσταγμάτων.

Η πραγματική Ανάσταση, να σας βρει μουρντάρηδες από λίπος και ζαλισμένους από χαρά και αίσθημα ελευθερίας, παραμάσχαλα με ένα six-pack!

Παύλος Γκέγκας

Μανιέρα, η προς αποφυγήν μέθοδος του οινοποιού.

Άρθρα Μαρ 21, 2021 Χωρίς Σχόλια

Καλάθια portini στις πλαγιές της Valtelina, από το βιβλίο The Wine Atlas of Italy του Burton Anderson, 1990

Είναι το alter ego του one size fits all.
Κι’αν στα ρούχα είναι μιά χαρά και βολεύει, στα κρασιά καθόλου.
Πρόκειται γιά την διάθεση -μην πω προδιάθεση- αρκετών οινοποιών, να παρουσιάζουν μιά ομοιομορφία στην δουλειά τους και στο τελικό προϊόν, το κρασί, που κάνει όλη την γκάμα τους να είναι απογοητευτικά πανομοιότυπη, σαν να βγήκε από εκτυπωτήριο ή καλούπι.

Περιλαμβάνει όλες αυτές τις φορές, που δοκιμάζεις από το ίδιο οινοποιείο διαφορετικές ετικέτες, από διαφορετικές ποικιλίες, που φύονται σε εντελώς διαφορετικά αμπελοτόπια, ίσως και απομακρυσμένα μεταξύ τους, και σίγουρα με άλλη εδαφολογική σύσταση, προσανατολισμό, κλίση, με την προσμονή να γευτείς όλη αυτήν την πολυμορφικότητα.
Αλλά, μάταια! Οι αποκλίσεις ανάμεσά τους, είναι τόσο μικρές, τόσο ασήμαντες, που μετά βίας μπορείς να ξεχωρίσεις, και δειλά να αποφανθείς πως πρόκειται γιά διαφορετικά κρασιά.

Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό;
Υπάρχουν πολλοί λόγοι, που μάλλον είναι δύσκολο να συμπεριληφθούν όλοι, αλλά θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε, λίγο χοντροειδώς είναι η αλήθεια, ορισμένα δίπολα, που ίσως ξεδιαλύνουν ορισμένα πράγματα:
Διεκπεραιωτές και καλλιτέχνες, τεχνολογία και φύση, και η μεταξύ τους σύνδεση.
Θα τα κάνουμε αχταρμά όλα, και μέσα από το σμίξιμό τους, ίσως βγούν ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Η τεχνολογία είναι ένα σπουδαιότατο εργαλείο στην δούλεψη του ανθρώπου, και στην οινοποίηση χρησιμοποιείται ορθώς κατά κόρον, απολύτως θεμιτά και δόκιμα, και με λαμπρά παραδείγματα κρασιών να επιβραβεύουν την εφαρμογή της.
Μόνο που καμιά φορά, η μονόπαντη χρησιμοποίησή της, από κάποιους session οινολόγους που συνεργάζονται ή νοικιάζονται από οινοποιεία, αλλά και άτολμους ιδιοκτήτες οινοποιούς, οδηγεί μέσω των ίδιων αγορασμένων ζυμών, αλλά και τυφλοσούρτη όμοιων, καρμπόν οινοποιητικών και αμπελουργικών πρακτικών (χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι επί μέρους σημαντικές διαφορές και απαιτήσεις ποικιλιών, τόπων, κ.τ.λ.), σε ίδια αποτελέσματα.
Είτε από τεμπελιά, είτε από πίστη στην υποτιθέμενη δοκιμασμένη λύση που τους κάνει κάτι σε σιγουράντζα, είτε από θαυμασμό σε κάποιο ηχηρό όνομα του χώρου που μετά βαΐων και κλάδων ήρθε γιά να τους αναβαθμίσει, και φέρει την δική του φιλοσοφία και πρακτική που ίσως να μην ταιριάζουν, τα πράγματα δεν καταλήγουν πάντα ένδοξα.
Αυτή είναι η όχι καλή πλευρά του νομίσματος, και φυσικά δεν αφορά συλλήβδην όλους τους παραπάνω.

Από την άλλη, αδιαφορώντας γιά το αν θα χρησιμοποιηθεί φανατικά και ευλαβικά η τεχνολογία ή θα επιστρατευθεί μιά λιγότερο παρεμβατική προσέγγιση (πρέπει εδώ να τονιστεί πως και στις δύο περιπτώσεις η συνδρομή της τεχνολογίας, ακόμα κι αν δεν είναι απαραίτητη, τουλάχιστον δεν αποτελεί ανάθεμα), υπάρχει η πιό ανήσυχη πλευρά.
Αυτών που θα αφουγκραστούν πράγματα, ροές, δονήσεις, όλες εκείνες τις μικρολεπτομέρειες ή και καθόλου λεπτομέρειες αλλά χτυπητές διαφορές που βγάζουν μάτι, και θα εγκύψουν και θα επιληφθούν αναλόγως.
Που δεν θα κόψουν σε μία περασιά στον τρύγο, τσουβαλιάζοντας τον καρπό ανεξαρτήτως βαθμού ωριμότητας και υγείας. Γιά να μην μιλήσουμε γιά περίτεχνα αλλά και πρέποντα κλαδέματα, ξεφυλλίσματα και διαχείριση του θόλου, γιά massal selection, γιά επιλογή υποκειμένου ή κλώνων, γιά εδαφολογική μελέτη ή γιά δορυφορική επιστασία, και άλλα τέτοια παλαβά και χάσιμο χρόνου κατ’άλλους.
Που θα χειριστούν τον κρισιμότατο παράγοντα των ζυμών του εμποριού ή της αυτόχθονης μικροχλωρίδας με ευελιξία και όπως πρέπει, αναλόγως της κάθε περίπτωσης.
Που το ίδιο το βράσιμο του καρπού στην εκχύλιση θα τους πει τι ακριβώς να ακολουθήσουν σαν μεθοδολογία, από σπάσιμο καπέλου με διαβροχή, pigeage, delestage, πιέσεις, θερμοκρασία, μεταζυμωτική εκχύλιση κ.ά.
Που θα κάτσουν πάνω από μιά δεξαμενή, οινοποιητή ή βαρέλι, και θα ιχνηλατήσουν με το ένστικτο αλλά και ίσως το χάρισμά τους, εξάροντας την ξεχωριστή ενδεχομένως ποιότητά τους, εμφιαλώνοντάς τα διαφορετικά, και σε extreme περιπτώσεις, δημιουργώντας εκ νέου, καινούργια ετικέτα ή cuvée, γιά να γίνει η αρχή γιά κάτι νέο και μόνιμο, αν φυσικά έχει συγκρατηθεί το πως προέκυψε.

Μου μοιάζει σαν έναν δημόσιο υπάλληλο που καλείται να κάνει μιά μηχανική εργασία (γιατί αυτή του ανατέθηκε, χωρίς πολλές φορές να του επιτρέπονται ”σβελτάδες”) σφραγίζοντας έγγραφα, και έναν stand up καλλιτέχνη, που καλείται ή μάλλον παρορμείται να ”αγοράσει” το κοινό του από κάτω, και αναλόγως την διάθεση του ακροατηρίου την οποία θα συναισθανθεί, να αραδιάσει τις ατάκες του, ευφάνταστα, πιάνοντας τον σφυγμό του.

Γιατί, δεν κάνουν όλοι, γιά όλα.
Γιατί, μία και μόνη μανιέρα καθ’όλη την διάρκεια της παράστασης, είναι βαρετή.
Και γιατί, άλλα τα μάτια του λαγού, κι’άλλα της κουκουβάγιας.

Παύλος Γκέγκας

Εκτός πρώτης γραμμής. Η προσπάθεια αποδόμησης του πληθωρικού μοντέλου.

Άρθρα Φεβ 20, 2021 Χωρίς Σχόλια

Beauty and the Beast, Walt Disney Pictures 1991

Αν ψάξουμε να ανακαλύψουμε προφανείς αιτίες και λόγους, θα τα βρούμε μπαστούνια, καθώς δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί με την πρώτη απόπειρα.
Όμως είναι πανθομολογούμενα ορατό: η υποτίμηση και η εκδίωξη τρόπον τινά, των πληθωρικών κρασιών από το προσκήνιο, και το σαφές προμοτάρισμα των πιό λεπτών, αντίστοιχών τους, είναι γεγονός.
Έτσι, η άλλοτε αίγλη των θηριωδών, αλκοολικών, τεράστιων σε όγκο κρασιών, δείχνει να θαμπώνει, να μπαίνει στο περιθώριο, να γίνεται ”πασέ”, ρίχνοντας τους προβολείς της δημοσιότητας και αναπόδραστα και της εμπορικής προώθησης, στα πιό ντελικάτα, άϋλα, χαμηλόβαθμα κρασιά.

Από την άλλη, είναι πολύ εύκολο να το δούμε σαν ένα φυσικό φαινόμενο περιοδικότητας, πως η ζωή κύκλους κάνει, πως είναι μιά μόδα και μιά τάση, και σαν τέτοιες έρχονται και παρέρχονται, αλλά και πως όταν λείπει ο γάτος, χορεύουν τα ποντίκια. Και όλοι ξέρουμε ποιός ήταν αυτός που είχε πάρει υπό την σκέπη του τις περασμένες δεκαετίες και εργολαβικά επέβαλλε σχεδόν την μονοκρατορία του πληθωρικού μοντέλου.

Δραττόμενος της ευκαιρίας, θα κάνω μιά κοφτή παράκαμψη, βάσει των όσων έχουν παρατηρηθεί, τουλάχιστον από μένα τον τελευταίο καιρό, κυρίως στο αλαλούμ των social media. Και σ’αυτό που το μάτι και η αντίληψή μου έπεσε, είναι μιά εγγενής δυσκαμψία να γίνουν κατανοητά, τα λεγόμενα φινετσάτα, κομψά, εύθραυστα φαινομενικά κρασιά. Άνθρωποι χωρίς προσλαμβάνουσες και παραστάσεις, δίχως γνώση και εμβάθυνση του αντικειμένου και χωρίς καίρια αντιληπτική ικανότητα και ενσυναίσθηση, ούτως ώστε να δουν και να πειστούν αν θέλετε, πως ένα κρασί αυτού του φυράματος, καταπίνει τις δεκαετίες αλώβητο από τον χρόνο, γινόμενο όλο και καλύτερο, ρίχνουν συλλήβδην στον καιάδα της απαξίωσης κρασιά τέτοιας φιλοσοφίας και προσέγγισης. (το κρατάμε αυτό γιατί θα επιστρατευθεί αργότερα)
Και με χαρακτηρισμούς, το λιγότερο μετριοπάθειας, αποκαλώντας τα ”νεράκια”, τα θέλουν να μην ξεπερνούν τον πενταετή π.χ. ορίζοντα παλαίωσης, όταν είναι εμφανές στους πιό πονηρεμένους ή και εξελιγμένους σε κάποια γνωσιακή κλίμακα, ότι στην πενταετία θα αρχίσουν να ανοίγουν. Συν τοις άλλοις, δεν έχουν το ένα, το άλλο, το δείνα, το τάδε, από κείνα τα γνωρίσματα που θα πληρούσαν το ιδανικό κατ’αυτούς.

Έτσι λοιπόν, η άμεση καταφυγή είναι σε εκείνο που η ανθρώπινη φύση πρωτογενώς και πρωτόγονα -δυστυχώς- καταλαβαίνει: την δύναμη και την εξουσία. Τέτοιου είδους κρασιά, πληθωρικά δηλαδή και διαρθρωμένα με όγκο, αλκοόλ και μούσκουλα, είναι πιό εύπετα αντιληπτικά, πιό εύκολα εξηγήσιμα, αφού η ισχύς και η επιβλητικότητά τους τα δικαιολογεί αυτόματα ως προς τις αποδιδόμενες αρετές τους και χαρίσματα, μιάς και η δύναμη και τα συνακόλουθά της είναι αυτονόητα και αυτεπάγγελτα, αυτά που τα κάνουν σπουδαία. Μην ξεχνάμε πως ”γράφει” η έννοια της δύναμης, στο συλλογικό ασυνείδητο και το θυμικό του ανθρώπου.

Κακό, ε; Απλοϊκό, αυθαίρετο και μπακάλικα επαγωγικό συμπέρασμα, χώρια που δεν βολεύει στην απόδοση του φαινομένου, αφού εξόφθαλμα μας δίνει σαν επικρατόν το μοτίβο του πληθωρικού, κάτι που ισχυριζόμαστε πως δεν συμβαίνει.
Και τέτοιου είδους αφορισμοί φαντάζουν ρατσιστικοί, απολυταρχικοί και μονοκόμματοι, σε έναν χώρο που η πολυγνωμία θα ήταν το ιδεατό και η δημοκρατία το επιθυμητό.

Προτού προβώ σε κάποιες ίσως προχωρημένες, ευφάνταστες ή και εντελώς αστήριχτες σκέψεις γιά το τι μπορεί να συμβαίνει επ’αυτού, πρέπει οπωσδήποτε να σημειώσω τούτο:
Θεωρώ αδιανόητο κάποια κρασιά να έχουν εξ ορισμού και de facto προκαταβληθεί ως ”καλύτερα”, και να προκρίνονται ως πιό φινετσάτα, πιό ισορροπημένα και άλλα τέτοια αφοριστικά, μόνο και μόνο επειδή ανήκουν σε αυτήν την νόρμα που πάει να περάσει, των χαμηλόβαθμων, λεπτεπίλεπτων κρασιών. Η φινέτσα, η ισορροπία και φυσικά η απόλαυση, επ’ουδενί δεν μπορεί να πιστώνεται μονοδρομικά στην παραπάνω κατηγορία, καθώς τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, μπορούν κάλλιστα να συνθέτουν ένα κρασί της πληθωρικής πλευράς, μην πω πως αυτό είναι και συνηθέστερο, αλλά και ότι θεωρητικά υπάρχει μεγαλύτερη ευχέρεια εξόρυξης μεγαλείου από μία διευρυμένη δεξαμενή πλούτου, που την διαθέτουν αυτά τα κρασιά, καθώς ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.
Άρα, η κομψότητα, η αριστεία και η απολαυστικότητα, δεν έχουν να κάνουν με το αν ένα κρασί έχει λιγότερο ή περισσότερο αλκοόλ, εκχύλιση, όγκο, δύναμη, και ούτω καθ’εξής.

Γιά να επανέλθω, θα ήταν άμυαλο αν υποθέταμε πως η “ελαφρά” τάση υποκινείται -αν θέλαμε να είμαστε κακοπροαίρετοι- από την ύποπτη στάση κάποιων εγχώριων όψιμων προστατών της (που φαίνεται να υπόκειται και στην γενικότερη θεματική του ”φυσικού” την οποία επίσης λανσάρουν εν είδει padrone). Εκεί όπου στους αυτοσχέδιους διαγωνισμούς τους εκδίδουν και ντιρεκτίβες, γιά το ποιά κρασιά είναι αποδεκτά και ποιά όχι.
Το φαινόμενο είναι αναμφίβολα παγκόσμιο.

Θα αφήσω κατά μέρος οποιεσδήποτε άλλες επεξηγήσεις μπορεί -που σίγουρα μπορεί- να υπάρχουν, γιά να στοχεύσω με ελαφρότητα, κουτοπονηριά ή οτιδήποτε άλλο θέλει να μου προσάψει κανείς, αλλά που ο σκεπτικισμός μου με οδηγεί μονοκούκι:
Η αθρόα εξαγωγή προσωπικού από τους υψηλής πιστοποίησης οργανισμούς εκμάθησης κρασιού, στην ολότητά του, που μπορεί δυνητικά να επανδρώσει όλο το φάσμα της παραγωγής και εμπορίας του, είναι πασιφανής τα τελευταία χρόνια. Και ποσοτικά και ποιοτικά, όλες αυτές οι φουρνιές που βγαίνουν από εκεί, είναι υπερ άνω πάσης σύγκρισης με τα εμπειρικά ως επί το πλείστον εφόδια των περασμένων γενεών, αφού είναι καταρτισμένες, με άριστη ταξινόμηση και ταξιθέτηση γνώσεων και όχι σκόρπια σπαράγματα από δω και από κει, και ό,τι αρπάζαν από την τριβή με το αντικείμενο οι δόλιοι προκάτοχοί τους, που φτύναν αίμα γιά να μάθουν και να συγκροτηθούν ως άνθρωποι του οίνου και των αποσταγμάτων.

Όλοι αυτοί, συναρτούν μιά επίλεκτη αφρόκρεμα ανθρώπων που προΐστανται του κρασιού, μιά άτυπη ελίτ που προαλείφεται να κυριαρχήσει στον χώρο, με την άρτια καθοδήγηση των σχολών να έχει προάγει τις γνωσιακές και εμπειρικές δεξιότητές τους σε αξιοθαύμαστο βαθμό.
Και ποιό άλλο το άγιο δισκοπότηρο των μυημένων, από αυτό που πιό εύκολα με το υψηλό επίπεδό τους, μπορούν να κατανοήσουν, να αναλύσουν, και εν τέλει να εκτιμήσουν, αν όχι κάτι που έχει να κάνει με την -υποτιθέμενη ή μη- λεπτότητα, φινέτσα και ντελικάτη έκφραση;
Αυτό που μέσα στα λεξικά ενδοσυνεννόησής τους, το γλωσσάρι που χρησιμοποιούν μεταξύ τους και που στους μη insiders φαντάζουν αλαμπουρνέζικα, φαίνεται να πραγματώνει πιό πειστικά και πιό εμφατικά το απόλυτο, το επιθυμητό, το ευκταίο;
Το οποίο φυσικά, είναι το χαμηλόβαθμο ή εν πάση περιπτώσει το χωρίς αλκοολική εκτράχυνση, αλλά και με πηγαία κομψότητα κρασί.
Μιά μπαλαρίνα ανάμεσα στους μιστεράδες ή αν θέλετε ένας ενοργανίστας ανάμεσα στους παλαιστές.

Εννοείται, και διαπιστωμένα, πως ούτε διδάσκεται, ούτε σπρώχνεται προς αυτήν την κατεύθυνση από κανέναν από τους οργανισμούς και ιδρύματα που μαθητεύει ο όποιος ενδιαφερόμενος, καθώς θα ήταν σαν να αυτοαναιρούνται ή να πριονίζουν το κλαδί που κάθονται, όλοι τους, διδάσκοντες και διδασκόμενοι, αφού παραπάνω από την μισή υφήλιο, παράγει πλούσια και σαρκώδη κρασιά.

Απλά, μιά διεστραμμένη και ίσως γελοία σκέψη, είναι πως τώρα που οι καταρτισμένοι άνθρωποι του κρασιού έχουν γίνει περισσότεροι από ποτέ και με τεράστια αυξητική τάση, ίσως αυτό με κάποιο ασυνείδητο τρόπο τους κάνει να ξεχωρίζουν από την πλέμπα (αν είναι δυνατόν!) που γουστάρει ”ανδρικά” μπρούσκα κρασιά που φωνάζουν βαρβατίλα, διαχωρίζοντας τους εαυτούς τους από την ημιμάθεια και την δευτεράντζα (γιά όνομα του Θεού!) που πρεσβεύει -υποτίθεται- το μοντέλο των θηριωδών, αλκοολικών κρασιών. (και εδώ επισυνάπεται το προηγούμενο επιστρατευθέν κρατούμενο)
Και πως όλο αυτό, με κάποιο περίεργο τρόπο, έχει δομήσει -και πάλι ασυνείδητα- μιά άποψη που τείνει να κατισχύσει.
Και που αφουγκραζόμενοι τα σημεία των καιρών, όλοι αυτοί που εμπορικά μανατζάρουν και κατευθύνουν τις τάσεις από τα επιτελεία τους, βρήκαν την ευκαιρία, σαν άλλη μιά μόδα, να υλοποιήσουν σε πραγματιστική οικονομική αξία.

Είμαι βέβαια, απολύτως σίγουρος, πως οι άνθρωποι που ασχολούνται με το κρασί πραγματικά σοβαρά και που θέλουν να ανελιχθούν σε υψηλές βαθμίδες, αφενός δεν διακατέχονται από τέτοιες ρηχές διαφοροποιήσεις, αφετέρου δεν τους απασχολεί αν κάποιο κρασί είναι της μίας σχολής ή της άλλης, αρκεί να είναι ευφραντικό και απολαυστικό και να πληροί τις ουσιαστικές αξίες του οίνου.
Ούτε λόγος γιά τους καταξιωμένους εισηγητές τους στα αξιότιμα και τόσο προσφέροντα έργο, μέσα και οργανισμούς της εκμάθησης της ιδέας του οίνου, που ασφαλώς βλέπουν σαν ανοησίες τέτοια θέματα.

Αλλά ο δικηγόρος του διαβόλου, που μπορεί να έχει και τσίμπλα στο μάτι, μπορεί να βλέπει άλλα γι’άλλα, περί άλλα τυρβάζεται και γενικώς η φαντασία του μπορεί να καλπάζει.

Εξάλλου, αν τον ρωτούσες ποιό από μία Mercedes-Benz Gullwing 300SL Coupé του 1954 και ένα Hummer, θα ήθελε να οδηγήσει, μπορεί να δίσταζε να διαλέξει..

Παύλος Γκέγκας

Κριτικός οίνου: η σκιά των καταραμένων

Άρθρα Ιαν 11, 2021 Χωρίς Σχόλια

Ο βλοσυρός Anton Ego, από την ταινία Ratatouille, δοκιμάζοντας ένα μυθικό Cheval Blanc του 1947

Βλέποντας τις σημειώσεις μου πίσω στις δεκαετίες του ’90, ’00, αλλά και τις πολύ πρώϊμες των τελών των 80’s, μάλλον πρέπει να αισθάνομαι ευτυχής που είμαι αρτιμελής ακόμα.
Διότι, αν δημοσιοποιούνταν τότε, όπως κάνω την τελευταία δεκαετία, πιθανόν να μην πήγαιναν και πολύ καλά τα πράγματα γιά την υγεία μου. Ήταν τέτοια η ποιότητα των περισσότερων ντόπιων κρασιών σε σχέση με το διεθνές στάτους, που οποιαδήποτε βαθμολογική αποτίμησή τους, ίσως φάνταζε ένα παιχνίδι εκδικητικότητας απέναντί τους, με τα ανάλογα αποτελέσματα γιά την ακεραιότητά μου, αφού θα εκλαμβανόταν ως στοχευμένη επίθεση από μεριάς μου, στο πρόσωπο των παραγωγών. Ασφαλώς και πρόκειται γι’αστείο, αφού δεν φημιζόμαστε, ούτε γιά τους μαφιόζους οινοποιούς μας, ούτε βέβαια και γιά τις αποτρόπαιες μεθόδους τους.
Παρ’ολ’αυτά, λίγα κρασιά θα παίρναν πάνω από 80, και ακόμα λιγότερα, πάνω από 85.
Ευτυχώς γιά όλους μας, αυτό δεν υφίσταται πλέον.

Η ζωή του οινοκριτικού δεν είναι εύκολη.
Μιά κριτική κρασιού, είναι κάτι πολύ επίπονο, ψυχοφθόρο από όλες τις απόψεις, αφού απαιτούνται ατελείωτες εργατοώρες δοκιμών και συγγραφής.
Και είναι ο πιό αποτελεσματικός και σίγουρος τρόπος, να γίνεις απεχθής, να κάνεις έχθρες, να σου κόψουν την καλημέρα, να σε διαγράψουν γενικώς και ειδικώς, πολλοί από αυτούς που εμπλέκονται στην παραγωγική και εμπορική διαδικασία του κρασιού, αλλά και να διαταράξεις τις ήδη υπάρχουσες φιλίες.
Η απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια, είναι να πέφτει κουρτίνα όταν το κρασί έρχεται στο ποτήρι προς κρίση, και να παραμερίζονται σαν να μην υπάρχουν καν, οι όποιες προσωπικές σχέσεις.

Τι διάολο όμως είναι ένας οινοκριτικός; τον διόρισε κανένας; είναι αυτόκλητος; αυτοχρίστηκε μόνος του γιατί έτσι γούσταρε;
Εδώ πρέπει να πούμε, πως δεν υπάρχουν, ή τουλάχιστον δεν γνωρίζω εγώ, σχολές γιά κριτικούς οίνου, με την έννοια να πιστοποιείται ως τέτοιος κάποιος ενδιαφερόμενος, όσο ψηλά και αν ανελιχθεί σε κάποιον από τους υπάρχοντες εγκεκριμένους οργανισμούς εκμάθησης του κρασιού.
Πρέπει ο καθείς, να βρει το δικό του μάντρα, την δική του εσωτερική παρόρμηση, τον δικό του μαγνητικό βορρά, την ενδότερη πήγαση από κάτι που θα τον οιστρηλατήσει γιά να προβεί στο απονενοημένο αυτό σάλτο.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ, πόσες φορές η απολέμητη, σχεδόν ιδεαλιστική, τάση μου γιά απόδοση δικαιοσύνης -ναι, δικαιοσύνη είναι το ιδανικό που με παροτρύνει να κάνω αυτό που θεωρώ καθήκον μου-, με έκανε να σηκωθώ κάθιδρος από το κρεβάτι τα χαράματα, να φύγω όπως-όπως από κάποιο ραντεβού ή κάποια εξωτερική εργασία, γιά να επανεξετάσω μιά κριτική, μην τυχόν και έχω κάνει κάποιο λάθος ή έχω αδικήσει, έστω και μισό βαθμό ή ένα +, προτού δημοσιευτεί.

Τι πρέπει όμως να διαθέτει κάποιος ή κάποια, που θέλει να γίνει οινοκριτικός;
Και πάλι εδώ, πρέπει να διευκρινίσουμε, ότι οινοκριτικός λογίζεται ΜΟΝΟΝ όποιος είναι διατεθειμένος να χώσει το κεφάλι του στον ντορβά, βάζοντας βαθμολογία, και να εκτεθεί.
Οτιδήποτε άλλο, είναι κάτι διαφορετικό.
Απλοί ή και ενημερωμένοι καταναλωτές, ίσως και μερικοί επαγγελματίες ή κατ’επίφασιν επαγγελματίες, δημιουργούν ένα πολύ ωραίο τοπίο.
Το να σηκώσει κάποιος στα social media μιά φωτογραφία, λέγοντας π.χ., ”ένα ωραίο κρασί με λαμπερό χρώμα και όμορφα αρώματα κόκκινων ή μαύρων φρούτων και πολύ καλή επίγευση”, ταγκάροντας και τον παραγωγό του μαζί με τις γνωστές ευχές, δεν είναι κριτική κρασιού. Είναι δημόσιες σχέσεις.
Το να κάνεις διάφορα βιντεάκια ή σποτάκια δοκιμάζοντας κρασί με πολύ ωραία διάθεση, απαριθμώντας λίγα ή πολλά αρώματα και γνωρίσματά του, συνταιριάζοντάς το και με κάποια πιάτα, είναι απίθανο, διασκεδαστικό, αλλά δεν είναι κριτική κρασιού. Είναι παρουσίαση.
Το να κάνεις μιά εκτενή περιγραφή (τι απεχθής και ανάξιος όρος και αυτός..) των χαρακτηριστικών του κρασιού σε ποστ στα μέσα μαζικής δικτύωσης, ή σε blog ή site που έχεις δημιουργήσει, μαζί με εξαιρετικά εδέσματα που του πηγαίνουν κατά την γνώμη σου, ή απαθανατίζοντας οπτικοακουστικά εκδρομές σε οινοποιεία, αμπελοτόπια, μαζί με συνεντεύξεις ή αναφορές σε παραγωγούς και τα προϊόντα τους, είναι υπέροχο, και προάγει αν μη τι άλλο, τον πολιτισμό του κρασιού. Αλλά φυσικά, αυτό δεν συνιστά κριτική κρασιού. Μάλλον σε καταστά καταγραφέα ευζωΐας ή περιηγητή.

Είναι εξαιρετικά όλα αυτά τα παραπάνω, τα επικροτώ απολύτως, και συμβάλλουν απεριόριστα στην ιδέα και διάδοση του οίνου, θα έλεγα και εάν δεν είχαν συμβεί, θα έπρεπε να αρχίσουμε να τα κάνουμε γιατί τα χρειάζεται το κρασί, όπως χρειάζεται και όλους όσους προσπαθούν γι’αυτό.

Ιδανικά, όσοι επιδίδονται σε βαθμολογίες, θα ήταν πολύ ωραίο να μην χρησιμοποιοιούν ψευδώνυμα και να αποφεύγουν εκφράσεις όπως ”δοκιμάσαμε”, ”διαπιστώσαμε”, ”προτείνουμε” και άλλα τέτοια πληθυντικής υπόστασης, υπονοώντας πως υπάρχει ομάδα πίσω απ’αυτό, αποποιούμενοι και στις δύο περιπτώσεις οποιαδήποτε ευθύνη, σε περίπτωση που η βαθμολογική κρίση δυσαρεστήσει κάποιους, αφού, ή θα αφορά τον ”κανένα”, ή θα διαχέεται στην ”ομάδα”.

Καθορίζοντας λοιπόν ποιοί δεν είναι κριτικοί οίνου, αλλά κάτι άλλο, ας προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε χαρίσματα, αρετές, εφόδια, κ.ά. στους επίδοξους, υφιστάμενους, κ.τ.λ. ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν, ή ασχολούνται με το επικίνδυνο αυτό σπορ.
Ή μάλλον, ας πάει στο καλό, ας απαλείψουμε τα περί χαρισμάτων και αρετών, γιατί θα κατακρημνιστούν κάποιοι.
Λοιπόν, εκ των ων ουκ άνευ, η τεράστια κατάρτιση, ευρυμάθεια και βαθιά γνώση του αντικειμένου, θεωρητική και πρακτική, θα πρέπει να είναι απόλυτο κτήμα του οινοκριτικού. Αυτά, δεν συζητούνται και πρέπει να θεωρούνται δεδομένα. Τα οποία βέβαια, δεν είναι καταναγκαστικό να συνοδεύονται από υπερπτυχιάρες και βαρύγδουπους τίτλους, ανώτατα ακρωνύμια που στο άκουσμά τους πέφτουν σαγόνια, χωρίς να υπάρχει καμία διάθεση υποτίμησής τους , τουναντίον, αυτά θεωρούνται τα απολύτως επιθυμητά. Κάποιοι, όμως, μπορεί να δαπανήσαν ατελείωτες ώρες κάτω από μιά λάμπα και να τους καταπλάκωναν τόνοι βιβλίων, να φάγαν την γη με τα χέρια τους, και τα ίδια να βάφτηκαν κόκκινα στο οινοποιείο, χωρίς όλα αυτά να μεταφραστούν σε πιστοποιήσεις υψηλότατης αξιακής κλίμακας, έγγραφες τουλάχιστον.

Τα διακαώς ζητούμενα, προσωπικά στοιχεία της διαύγειας, η εν είδει ενσυναίσθησης, ταύτιση, στην ουσία αφουγκρασμός με το κρινόμενο κρασί, και η άκρα αντίληψη που απαιτούνται, είναι πράγματα που ελέγχονται, απτόμενα του υποκειμενικού παράγοντα.

Αφέθηκε κάτι λίγο πιό κάτω, γιά να απομονωθεί ως εξέχον, μιάς και αυτό είναι ο μεγάλος καταλύτης γιά να μετουσιωθούν τα άνωθεν, σε πραγματισμό: η τράπεζα μνήμης.
Οι παραστάσεις, οι προσλαμβάνουσες, το γενικότερο πλαίσιο της εμπειρίας αντλούμενο μέσα από μιά πλούσια δεξαμενή εικόνων και καταγραφών, που επιδικάζουν το κορυφαίο:
Πως είναι ένα Le Montrachet, πως ένα Corton-Charlemagne, γιατί είναι άλλο ο λοφίσκος του La Romanée από το Romanée-Conti και φυσικά από το La Tâche, τι χυμό βγάζουν τα θεία χέρια του Roumier, του Dujac, του Rousseau, του Mugnier, πως είναι να γεύεσαι ένα Rayas, ένα Petrus, ένα Cheval Blanc, σε τι διαφέρουν το Les Amoureouses από το Le Musigny, τι είναι τα First Growths, πως είναι τα σπουδαία κρασιά του νέου κόσμου.
Ναι, δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτά και άλλα πολλά τέτοια είναι το μέτρο σύγκρισης, και βάσει αυτών των μεγεθών πρέπει να γίνει ο συσχετισμός που θα βγάλει νόημα γιά να παραλληλιστούν με τα -θεωρητικά πάντα- κατώτερα κρινόμενα, κάτι που πολλές φορές επιφυλάσσει εκπλήξεις.
Αλλιώς, ή πρέπει η φαντασία σου να είναι εξώκοσμη, ή οι πνευματιστικές σου ιδιότητες να σε ανεβάζουν στο πάνθεον των μέντιουμς παγκοσμίως.

Και εξαιρέθηκε ίσως το πιό σημαντικό, που χωρίς αυτό, πάνε όλα τα προηγούμενα στράφι:
Η ηθική της ακεραιότητας.
Σε έναν θλιβερό μικρόκοσμο, όπως είναι αυτός του Ελληνικού κρασιού, που όλοι γνωρίζουν όλους, οι ιέρακες και οι άρπαγες του χώρου είναι κάτι που δεν περνά απαρατήρητο, καθώς η πιάτσα βουΐζει.
Πληρωμένες κριτικές, δώσε τόσα γιά να σου βάλω τόσο, αν με αγνοήσεις θα σε θάψω, ορισμένοι μάλιστα θρασύτατα κάνουν και υποδείξεις γιά τον γλωσσολογικό τρόπο που πρέπει να διαρθρώνεται μιά κριτική, ακόμα και γιά τις υπερβολικές, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, βαθμολογίες, όταν στους ίδιους το μέτρο έχει χαθεί γελοιωδώς με την εύνοια στους ημετέρους.

Μην τσιμπάτε.
Αποφασίστε μόνοι σας, εάν πρέπει ντε και καλά, να παρακολουθήσετε κάποιον.
Κάτι που δεν είναι απαραίτητο, αφού όλοι εν δυνάμει μπορούν να γίνουν κριτές.
Κρατήστε αυτό που σας ταιριάζει από τον καθένα, αν κάποια από τα χαρακτηριστικά, δεξιότητες και ικανότητές του σας συνεγείρουν και σας συνεπαίρνουν.
Ξεσκαρτάρετε από τον -μικρό είναι η αλήθεια- συρμό αυτόν που νομίζετε ότι ”τα λέει” καλύτερα, αυτόν που είναι αδέκαστος και πιό αξιόπιστος κατά την γνώμη σας, αυτόν που φαίνεται να βαθμολογεί λαμβάνοντας υπόψιν πιό πολλούς παράγοντες και που είναι ευκρινής και αποκρυσταλλωμένη η ματιά, η θεώρηση και η τροπολογία του, διατυπωμένα σε ένα μανιφέστο που είναι εύκολα αναζητήσιμο και σε κοινή θέα.

Και μην ξεχάσετε ποτέ.
Ο κρίνων, κρίνεται.

Παύλος Γκέγκας

Το εγχειρίδιο του καλού οινοποιού: Μιά αλάνθαστη μέθοδος επιτυχίας.

Άρθρα Δεκ 14, 2020 Χωρίς Σχόλια

Παύλος Γκέγκας