Πιθανόν να δημιουργήθηκε σχεδόν αμέσως μετά την γέννηση του οίνου.
Ίσως να είναι ακόμα μιά διαμάχη, μιά αντιγνωμία στο πλαίσιο των αιώνιων διπόλων και δυαδικών αναζητήσεων του ανθρώπου, μπορεί όμως να έχει ψωμί το θέμα, και μπορεί να είναι δείκτης και άλλων πραγμάτων.
Θα μπορούσε, αν θέλουμε να το βαρύνουμε, να είναι μία ελλοχεύουσα φαντασιακή προβολή της ισχύος, μέσα από την ακτινοσκόπηση του ψυχολογικού προφίλ αυτού που υποστηρίζει παραδείγματος χάριν, πως τα ερυθρά είναι τα μόνα κρασιά, και τα ”άλλα”, ούτε κάν υπάρχουν.
Μέχρι το ανεπιτήδευτο ”γιατί έτσι μου αρέσει”, που να αφορά οποιοδήποτε χρώμα, η αντιπαράθεση στον οινικό κόσμο γιά το τι είναι ανώτερο, καλύτερο, πιό ευφραντικό, ή οτιδήποτε άλλο που να φέρνει αντιμέτωπα τα λευκά και τα κόκκινα κρασιά, έχει εγερθεί από καταβολής της ύπαρξής τους.
Ίσως πάλι, να είναι πιό απλοϊκά τα πράγματα, και είναι απλά θέμα προσωπικής προτίμησης.
Αλλά και έτσι, δεν παύει να πυροδοτεί ένα σωρό αντιπαραθέσεις, γιά θέματα που δεν είναι εύκολα ή καθόλου μετρήσιμα. Η αντιμαχία τους, άδηλη ή μη, είναι σε κάθε περίπτωση μία πραγματικότητα.
Και επειδή είναι μάταιος και μη αποδεικτέος οποιοσδήποτε ισχυρισμός υπεροχής ενός, έναντι του άλλου, θα προσφύγω σε προσωπικά στάνταρντς και κριτήρια.
Γιά να είναι βέβαια δίκαιο όλο αυτό, να έχει νόημα και βαρύτητα -την όποια βαρύτητα-, και γιά να φτάσω στο ακόλουθο προσωπικό συμπέρασμα, η ιδεατή προϋπόθεση είναι να έχουν δοκιμαστεί οι κορυφαίες εκφράσεις περιοχών, τα πιό επιθυμητά και ανώτατης εκτίμησης κρασιά. Αυτά που ξέρουμε ή υποψιαζόμαστε όλοι, που οι περισσότεροι τους έχουν προσδώσει μυθική υπόσταση, έχοντας δυσθεώρητο κόστος, και αυτά που καλώς ή κακώς, θέτουν το μέτρο σύγκρισης, αφού είναι το ύψος που όλοι προσπαθούν να φτάσουν.
Και αυτό γιά κάποιο λόγο συνέβη.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ή και ελάχιστα πιό πίσω στα τέλη των 80’s, οι ετικέτες που σήμερα είναι αδιανόητα ακριβές, απλησίαστες γιά τους κοινούς θνητούς, τότε -οι περισσότερες- κοστίζαν όσο ένα γεύμα σε μιά ταβέρνα δύο ατόμων, ήτοι γύρω στις 10.000-12.000, βία 15.000 δραχμές. Αν είχες φίλους φοιτητές σε χώρες της Ευρώπης, δεν ήταν κάτι αποτρεπτικό η απόκτησή τους.
Συν την απίστευτα ευνοϊκή και ευτυχή συγκυρία, να χρηματίσω υπό την απόλυτη καθοδήγηση και protégé ενός μέντορα ασύλληπτων προδιαγραφών, γνώσεων και εμπειριών σε σχέση με το κρασί, κάτοχο τριπλού διαβατηρίου και τρισμέγιστου συλλέκτη, όλα ήρθαν πιό κοντά.
Γνωρίζω πως οι περισσότεροι στην συντριπτική πλειοψηφία τους θα διαφωνήσουν με την προτίμησή μου στα λευκά κρασιά, στο ανώτατο πάντα, επίπεδο.
Δεν το θεωρώ αφύσικο, καθώς η κρατούσα άποψη θέλει τα ερυθρά να είναι οι αδιαμφισβήτητοι ταγοί του οινικού κόσμου. Και σε κάθε περίπτωση, απολαμβάνω εξίσου και τα λευκά, και τα ερυθρά.
Αν είχα να διαλέξω όμως, μεταξύ δύο κορυφαίων, ενός λευκού και ενός ερυθρού, θα διάλεγα το πρώτο.
Με εντελώς προσωπικά κριτήρια, θεωρώ πως ένα λευκό αξιώσεων, από αυτά ασφαλώς που μπορούν να παλαιώνουν και να ωριμάζουν εξαιρετικά, ορισμένα και γιά δεκαετίες, είναι πιό πολυσχιδές, πολύπλοκο, διατηρώντας μιά έντονη φρεσκάδα ακόμα και στην τριτογενή του φάση, πιό ευέλικτο γαστρονομικά, ταιριάζοντας ακόμα και με βαριά καρνιβορικά θέματα όπως tomahawk, porterhouse steaks, και τελικώς πιό μεγαλοπρεπές στην πρόσληψή του, συγκεράζοντας αξίες που απαντώνται και στους δύο χρωματισμούς και οινοποιήσεις.
Και ένα άλλο λεπτό ζήτημα που πιθανόν περνάει στα ψιλά, είναι πως τα λευκά κρασιά είναι κυρίως υπεύθυνα γιά την εμπέδωση της έννοιας της ορυκτότητας, που είναι σχεδόν σύμφυτη με αυτά, αν και απαντάται βεβαίως και στα ερυθρά, καθώς την αποδίδουν πειστικότερα και πιό πιστά, αποτυπώνοντας παράλληλα καλύτερα και τον τόπο καταγωγής τους.
Αυτή η προτίμηση αποτελεί μιά προσωπική κατάθεση και τίποτα παραπάνω, που βασίζεται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να αποδειχτούν, κάτι που θα ήταν ούτως ή άλλως άσκοπο.
Γιά ένα αντικείμενο που οι απολυτότητες και οι αμετακίνητες θέσεις, εξ’ορισμού δεν έχουν θέση, αφού πρόκειται γιά κάτι αενάως μεταβαλλόμενο, και όσο προχωρά η επιστήμη, πιό εμπλουτισμένο, η πιθανώς αιρετική, άνωθεν άποψη, καλό θα είναι να κριθεί χωρίς ολοκληρωτισμούς.
Εις υγείαν!


