Μεγάλο κρασί; Μεγάλο είναι το μάτι σου!
Και τι διάολο, μας έχουν πρήξει με αυτές τις παπάρες γιά τα μεγάλα κρασιά του κόσμου;
Και τι είναι μεγάλα κρασιά; ποιός τα πιστοποιεί, ποιοί τα ανακηρύσσουν, και γιατί, το κέρατό μου μέσα, είναι μεγάλα ντε και καλά;
Κατ’αρχάς, είναι ένας αμφιλεγόμενος και μάλλον υπερτιμημένος όρος.
Και αυτό γιατί είναι ένα οικονομικοκοινωνικό πρόσημο, που δεν αντικατοπτρίζει απλώς και μόνο την οργανοληπτική αξία του κρασιού. Που με την σειρά της η τελευταία, με προμετωπίδα την απόλαυση σαν τελική και καταλυτική κρίση, απευθύνεται σε μη μετρήσιμα μεγέθη. Αυτά της συναισθηματικής πρόκλησης παραστάσεων, που είναι ποικίλα από άνθρωπο σε άνθρωπο, και ασφαλώς διάφορα του καταβαλλόμενου αντιτίμου γιά την απόκτησή του.
Που όμως, αυτός ο όρος ή καλύτερα τίτλος, διαφυλάσσεται σαν κόρη οφθαλμού από αυτούς που τον έχουν κατακτήσει.
Και τον έχουν κατακτήσει.
Γιατί αυτοί οι τύποι, φτύσαν αίμα γενεές έναντι γενεών, ορισμένοι εδώ και δέκα αιώνες, γιά να εδραιώσουν όνομα, φήμη και υπερπροστιθέμενη αξία. Δεν έχουν καμιά διάθεση να μπαίνουν άλλοι στα τσανάκια τους ή να υπάρχει συνεχώς ένας αναβρασμός ανακατάταξης.
Υπόψιν, δεν υπάρχει αμβισβήτηση γιά το αν είναι καλά κρασιά -είναι και μάλιστα στο ακρότατο όριο της βαθμίδας του καλού.
Ασφαλώς, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία γιά το αν παλαιώνουν όμορφα, ορισμένα γιά δεκαετίες ή και αιώνες -κάτι που είναι ταυτόσημο με τη έννοια του σπουδαίου κρασιού-, χαρακτηριστικό που τους προσδίδει το πλεονέκτημα του χρηματιστηριακού και επενδυτικού αντικειμένου, που με την πάροδο του χρόνου γίνεται καλύτερο, άρα και πιό ακριβό.
Royalty λοιπόν, η αδιάλλειπτη και ένδοξη γραμμή σύνδεσης με το παρελθόν, όπως έχει ειπωθεί ήδη και από άλλους.
Αλλά και η σπανιότητα όπως και η δυσπραγία απόκτησης τέτοιων κρασιών, ένεκα των δυσθεώρητων τιμών, τους δίνει ελιτίστικες διαστάσεις, κάνοντάς τα να προαλείφονται γιά λίγους και εκλεκτούς, έχοντες και κατέχοντες-οι άλλοι μόνο από σπόντα. Μην ξεχνάμε ότι στην σύγχρονη χρηματιστική πραγματικότητα, η σπανιότητα και η δυσκολία απόκτησης, είναι από τα πράγματα που δημιουργούν την απόσταση μεταξύ των υψηλών κλιμακίων και του λαουτζίκου.
Και αυτά όλα αφορούν φυσικά τις κορυφαίες εκφράσεις του διεθνούς αμπελώνα, ετικέτες που προκαλούν δέος στο άκουσμά τους.
Αλλά δυστυχώς πολλοί, πάμπολλοι, έχουν φάει την παπάντζα.
Δεν είναι το ξένο κρασί, έτσι όπως το έχουν θεοποιήσει, εξιδανικεύσει, τουλάχιστον στις περισσότερες των περιπτώσεων, ακόμα και γιά τα επονομαζόμενα μεγάλα του είδους, με εισαγωγικά ή μη.
Πολλοί, κρατάνε τις διθυραμβικές κρίσεις, ακόμα και βαθμολογίες, μα κυρίως την απονομή του εξέχοντος και τιμητικού όρου ”Μεγάλο Κρασί”, προορίζοντάς τα αποκλειστικά γιά τα γνωστά icons του παγκόσμιου αμπελώνα. Κανένα άλλο κρασί δεν επιτρέπεται να αγγίξει την προστατευμένη αυτή κάστα με τέτοιους υψιπετείς χαρακτηρισμούς.
Ο λόγος δεν είναι οι προσλαμβάνουσες και οι εμπειρίες που πρέπει να υπάρχουν σε τέτοιους οίνους -οι οποίες σημειωτέον, είναι απαραίτητες, διότι απαιτούνται ώστε να έχεις σημείο αναφοράς και σύγκρισης όταν καλείσαι να αντιπαραβάλλεις ένα οποιοδήποτε κρασί με τα ”ανέγγιχτα” κορυφαία-. Κάποιοι τις έχουν -και μαγκιά τους-, κάποιοι όχι.
Ο λόγος είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση όσον αφορά την κριτική ικανότητα μερικών ανθρώπων, αλλά και το κόμπλεξ κατωτερότητας που έχει εμποτίσει το Ελληνικό κρασί και επηρεάζει αρνητικά.
Αυτά τους κάνουν να κρατάνε μπάγια, να έχουν καβάντζα στο συρτάρι έτοιμες κονκάρδες, τις οποίες θα τις έχουν κλειδωμένες και θα τις χρησιμοποιούν καρφιτσώνοντάς τες, μόνο γιά τα κρασιά του κλειστού αυτού κλάμπ. Κάτι που μερικούς βολεύει, μιάς και η σπανιότητα και οι απλησίαστες τιμές τους, τούς φέρνει σε προνομιακή θέση, αφού γιά διάφορους λόγους αυτοί μπορούν να τα γεύονται, ενώ οι άλλοι όχι. Είτε γιατί έχουν την οικονομική επιφάνεια, είτε γιατί είναι γιουσουφάκια και κολαούζοι κάποιων που μπορούν.
Άλλοι, καταναλωτές, ”ειδικοί” και ειδικοί, άνθρωποι του κρασιού από όλα τα πόστα, συντάσσονται αναφανδόν με τα παραπάνω, υποτασσόμενοι στην μοίρα τους σαν χειροκροτητές και κλακαδόροι του μεγαλείου.
Ευτυχώς όχι όλοι. Και ευτυχώς ολοένα και περισσότεροι, και από την παλαιά αλλά και από την καινούργια φρουρά, βλέπουν καθαρά, αδιαφορούν γιά τις ταμπέλες, διώχνουν από πάνω τους την στάμπα του τιμητή.
Πλέον όμως, υπάρχουν πάμπολλα κρασιά “ταπεινής” καταγωγής που είναι ικανά να αξιώσουν τιμητικές αναφωνήσεις και υψηλά σκαλοπάτια κατηγοριοποιήσης. Που μπορούν και να κερδίσουν ίδιες ή και μεγαλύτερες βαθμολογίες σε διαγωνισμούς από κάποια πολύ γνωστά στο στερέωμα.
Από παντού στον κόσμο.
Στα καθ’ημάς, ας προσπαθήσουμε να βάλουμε το Ελληνικό κρασί στην εξίσωση.
Αν υποθέσουμε ότι οι ιλιγγιώδεις βαθμολογίες που έχουν αποσπάσει τα τελευταία χρόνια τα κρασιά μας στους πιό πρεστιζάτους των διεθνών διαγωνισμών, αλλά και από παγκόσμιας εμβέλειας οινοκριτικούς, είναι πειστήριο, εχέγγυο και αποδεικτικό ανώτερης ποιότητας, τότε αυτό μας ευνοεί γιατί έχει συμβεί ήδη. Εννοείται πως αυτή είναι μιά πολύ επιπόλαιη και επιδερμική ανάγνωση, γιατί το κρασί δεν είναι μόνο βαθμολογίες και διακρίσεις.
Αλλά δεν είναι καθόλου αμελητέο. Και τα καλύτερα θα έρθουν συν τω χρόνω.
Αν επίσης, το σημαντικό θέμα της δυνατότητας παλαίωσης ενός κρασιού βάζει σε σκέψεις -και καλά κάνει-, θα πρέπει να έχουμε υπομονή, γιατί στην πραγματικότητα η δημιουργία ανταγωνιστικής -και κατά περιπτώσεις υψηλής- ποιότητας κρασιού στην χώρα μας, μετράει δύο, άντε και τρεις δεκαετίες. Περιμένοντας τα λεχούδια της δεκαετίας που μας πέρασε να δείξουν τα δόντια τους μετά από μιά και πλέον εικοσαετία -εάν και εφόσον το κάνουν- γιά να έχουμε ασφαλή συμπεράσματα, μπορούμε να πειραματιζόμαστε, να εστιάζουμε και παράλληλα να οραματιζόμαστε το μέλλον.
Το Ελληνικό κρασί μαθαίνει, αφουγκράζεται τα σημεία των καιρών, ενεργοποιείται στα κελεύσματα της αγοράς. Αν δε, προσαρμόσει ορισμένα τιμολογιακά ατοπήματα, κάνοντας πλεονέκτημα το μειονέκτημα του μικρού κλήρου και δίνοντας έμφαση στο τρίπτυχο γηγενής ποικιλία -που φαντάζει κάτι έθνικ και εξωτικό και είναι στα πάνω του αυτόν τον καιρό στην διεθνή ζήτηση-, μπουτίκ οινοποιείο, και υψηλές τιμές, που βέβαια χρειάζονται τον χρόνο τους και κόπο γιά να κατοχυρωθούν, τότε πάμε γι’άλλα.
Μαζί, και με απόλυτη σύμπνοια και οι μεγάλοι σε αναγνωρισιμότητα, εκτόπισμα και δυναμική παραγωγοί, που επ’ουδενί δεν φείδονται ποιοτικής εκπροσώπησης, και μία πλήρης γραμμή κρούσης είναι έτοιμη να τρώσει άπαρτα τείχη.
Στην αδυσώπητη αρένα της μάχης -βλέπε συγκριτική δοκιμή-, γίγαντες σφαγιάζονται, είδωλα κατακρημνίζονται, τιτάνες γονατίζουν.
Το υπερτιμημένο παίρνει την θέση του.
Στο οργανοληπτικό πεδίο δεν παίζουν οι φανέλες.
Με όπλα του δοκιμαστή, ένα δομημένο κριτηριακό μοντέλο, όλα τα υποψήφια κρασιά ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.
Εξετάζοντας το κρασί με γνώμονα το γεωμετρικό, αρχιτεκτονικό, εντασιακό, αισθητηριακό και αισθητικό προφίλ του, μία φτηνή Garnatxa από το Caladayud (που όμως τα κατοστάχρονα πρέμνα, τα 800 μ. πάνω από την θάλασσα και η μαεστρία του οινοποιού της δίνουν μαγικές διαστάσεις) μπορεί να φανεί ανώτερη από ένα Château Rayas. Και ένα ανυπόληπτο Ξινόμαυρο της δεκαετίας του εξήντα από τα κελάρια γνωστής εταιρίας, φτιαγμένο με τις τότε μεθόδους που πολλές φορές δεν είχαν σχέση με εκείνες που είχαν δημιουργηθεί αντίστοιχα σύγχρονά τους, κρασιά του εξωτερικού, και με φρούτο από αποδόσεις πολλών τόνων και φτωχής αμπελουργικής μέριμνας, μπορεί να σοκάρει με τον χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία, ακόμα και το σφρίγος του, όσον αφορά την διάρκεια στον χρόνο.
Και δεν θυμάμαι κανένα Petrus ή κανένα DRC να έχει λάβει τελευταία μέρος σε κάποιον διαγωνισμό.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο γιά να δεχτεί κατραπακιά το πολύτιμο γόητρό τους και το άσπιλο προφίλ τους.
Ας μη γελιόμαστε, το ”Μεγάλο Κρασί”, έτσι όπως έχει ταμπελοποιηθεί, πουλάει. Πουλάει από μόνο του. Μπορεί όχι στα λαϊκά στρώματα, αλλά εκεί που απευθύνεται. Και πουλάει καλά.
Και μαζί του, όλο το εισαγόμενο κρασί που μπαίνει από την κλειδαρότρυπα, και συμφέρει στην πώληση και ξελασπώνει μεγάλα δίκτυα διανομής, εισαγωγείς και μεγάλες εμπορικές εταιρίες.
Και δεν είναι καθόλου κακό αυτό.
Κακό είναι να απαξιώνεται και να λοιδορείται συλλήβδην το κρασί από μικρότερους ή και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής οινοποιούς, γιατί αποσπούν -δικαιωματικά- κομμάτι από την πίττα, κάτι που ενοχλεί.
Πλην όμως, δικαίωμα στο όνειρο έχουν όλοι, ακόμα και τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού.
Και απονέμοντας ο καθένας τον δικό του, προσωπικό τίτλο στο μεγάλο κρασί της αρεσκείας του, ίσως κυλήσουν πιό ευχάριστα τα πράγματα, υπάρξει μιά πιό ψύχραιμη αντιμετώπιση απαλλαγμένη από ζυγούς, φορμαλιστικές αναγκαστικότητες και πρέπει, και πιθανόν να αποδοθεί και μιά ιδιότυπη δικαιοσύνη.
Και στο άκουσμα του κλισέ ”κάνε εσύ κρασί δέκα αιώνες και μετά το συζητάμε”, δήλωσε ανυπακοή στην δουλική προτροπή γιά υποταγή στο ανώτερο, και αντέταξε:
Δεν θα χρειαστώ τόσο!


