Κριτικός οίνου: η σκιά των καταραμένων

Άρθρα Ιαν 11, 2021 Χωρίς Σχόλια

Ο βλοσυρός Anton Ego, από την ταινία Ratatouille, δοκιμάζοντας ένα μυθικό Cheval Blanc του 1947

Βλέποντας τις σημειώσεις μου πίσω στις δεκαετίες του ’90, ’00, αλλά και τις πολύ πρώϊμες των τελών των 80’s, μάλλον πρέπει να αισθάνομαι ευτυχής που είμαι αρτιμελής ακόμα.
Διότι, αν δημοσιοποιούνταν τότε, όπως κάνω την τελευταία δεκαετία, πιθανόν να μην πήγαιναν και πολύ καλά τα πράγματα γιά την υγεία μου. Ήταν τέτοια η ποιότητα των περισσότερων ντόπιων κρασιών σε σχέση με το διεθνές στάτους, που οποιαδήποτε βαθμολογική αποτίμησή τους, ίσως φάνταζε ένα παιχνίδι εκδικητικότητας απέναντί τους, με τα ανάλογα αποτελέσματα γιά την ακεραιότητά μου, αφού θα εκλαμβανόταν ως στοχευμένη επίθεση από μεριάς μου, στο πρόσωπο των παραγωγών. Ασφαλώς και πρόκειται γι’αστείο, αφού δεν φημιζόμαστε, ούτε γιά τους μαφιόζους οινοποιούς μας, ούτε βέβαια και γιά τις αποτρόπαιες μεθόδους τους.
Παρ’ολ’αυτά, λίγα κρασιά θα παίρναν πάνω από 80, και ακόμα λιγότερα, πάνω από 85.
Ευτυχώς γιά όλους μας, αυτό δεν υφίσταται πλέον.

Η ζωή του οινοκριτικού δεν είναι εύκολη.
Μιά κριτική κρασιού, είναι κάτι πολύ επίπονο, ψυχοφθόρο από όλες τις απόψεις, αφού απαιτούνται ατελείωτες εργατοώρες δοκιμών και συγγραφής.
Και είναι ο πιό αποτελεσματικός και σίγουρος τρόπος, να γίνεις απεχθής, να κάνεις έχθρες, να σου κόψουν την καλημέρα, να σε διαγράψουν γενικώς και ειδικώς, πολλοί από αυτούς που εμπλέκονται στην παραγωγική και εμπορική διαδικασία του κρασιού, αλλά και να διαταράξεις τις ήδη υπάρχουσες φιλίες.
Η απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια, είναι να πέφτει κουρτίνα όταν το κρασί έρχεται στο ποτήρι προς κρίση, και να παραμερίζονται σαν να μην υπάρχουν καν, οι όποιες προσωπικές σχέσεις.

Τι διάολο όμως είναι ένας οινοκριτικός; τον διόρισε κανένας; είναι αυτόκλητος; αυτοχρίστηκε μόνος του γιατί έτσι γούσταρε;
Εδώ πρέπει να πούμε, πως δεν υπάρχουν, ή τουλάχιστον δεν γνωρίζω εγώ, σχολές γιά κριτικούς οίνου, με την έννοια να πιστοποιείται ως τέτοιος κάποιος ενδιαφερόμενος, όσο ψηλά και αν ανελιχθεί σε κάποιον από τους υπάρχοντες εγκεκριμένους οργανισμούς εκμάθησης του κρασιού.
Πρέπει ο καθείς, να βρει το δικό του μάντρα, την δική του εσωτερική παρόρμηση, τον δικό του μαγνητικό βορρά, την ενδότερη πήγαση από κάτι που θα τον οιστρηλατήσει γιά να προβεί στο απονενοημένο αυτό σάλτο.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ, πόσες φορές η απολέμητη, σχεδόν ιδεαλιστική, τάση μου γιά απόδοση δικαιοσύνης -ναι, δικαιοσύνη είναι το ιδανικό που με παροτρύνει να κάνω αυτό που θεωρώ καθήκον μου-, με έκανε να σηκωθώ κάθιδρος από το κρεβάτι τα χαράματα, να φύγω όπως-όπως από κάποιο ραντεβού ή κάποια εξωτερική εργασία, γιά να επανεξετάσω μιά κριτική, μην τυχόν και έχω κάνει κάποιο λάθος ή έχω αδικήσει, έστω και μισό βαθμό ή ένα +, προτού δημοσιευτεί.

Τι πρέπει όμως να διαθέτει κάποιος ή κάποια, που θέλει να γίνει οινοκριτικός;
Και πάλι εδώ, πρέπει να διευκρινίσουμε, ότι οινοκριτικός λογίζεται ΜΟΝΟΝ όποιος είναι διατεθειμένος να χώσει το κεφάλι του στον ντορβά, βάζοντας βαθμολογία, και να εκτεθεί.
Οτιδήποτε άλλο, είναι κάτι διαφορετικό.
Απλοί ή και ενημερωμένοι καταναλωτές, ίσως και μερικοί επαγγελματίες ή κατ’επίφασιν επαγγελματίες, δημιουργούν ένα πολύ ωραίο τοπίο.
Το να σηκώσει κάποιος στα social media μιά φωτογραφία, λέγοντας π.χ., ”ένα ωραίο κρασί με λαμπερό χρώμα και όμορφα αρώματα κόκκινων ή μαύρων φρούτων και πολύ καλή επίγευση”, ταγκάροντας και τον παραγωγό του μαζί με τις γνωστές ευχές, δεν είναι κριτική κρασιού. Είναι δημόσιες σχέσεις.
Το να κάνεις διάφορα βιντεάκια ή σποτάκια δοκιμάζοντας κρασί με πολύ ωραία διάθεση, απαριθμώντας λίγα ή πολλά αρώματα και γνωρίσματά του, συνταιριάζοντάς το και με κάποια πιάτα, είναι απίθανο, διασκεδαστικό, αλλά δεν είναι κριτική κρασιού. Είναι παρουσίαση.
Το να κάνεις μιά εκτενή περιγραφή (τι απεχθής και ανάξιος όρος και αυτός..) των χαρακτηριστικών του κρασιού σε ποστ στα μέσα μαζικής δικτύωσης, ή σε blog ή site που έχεις δημιουργήσει, μαζί με εξαιρετικά εδέσματα που του πηγαίνουν κατά την γνώμη σου, ή απαθανατίζοντας οπτικοακουστικά εκδρομές σε οινοποιεία, αμπελοτόπια, μαζί με συνεντεύξεις ή αναφορές σε παραγωγούς και τα προϊόντα τους, είναι υπέροχο, και προάγει αν μη τι άλλο, τον πολιτισμό του κρασιού. Αλλά φυσικά, αυτό δεν συνιστά κριτική κρασιού. Μάλλον σε καταστά καταγραφέα ευζωΐας ή περιηγητή.

Είναι εξαιρετικά όλα αυτά τα παραπάνω, τα επικροτώ απολύτως, και συμβάλλουν απεριόριστα στην ιδέα και διάδοση του οίνου, θα έλεγα και εάν δεν είχαν συμβεί, θα έπρεπε να αρχίσουμε να τα κάνουμε γιατί τα χρειάζεται το κρασί, όπως χρειάζεται και όλους όσους προσπαθούν γι’αυτό.

Ιδανικά, όσοι επιδίδονται σε βαθμολογίες, θα ήταν πολύ ωραίο να μην χρησιμοποιοιούν ψευδώνυμα και να αποφεύγουν εκφράσεις όπως ”δοκιμάσαμε”, ”διαπιστώσαμε”, ”προτείνουμε” και άλλα τέτοια πληθυντικής υπόστασης, υπονοώντας πως υπάρχει ομάδα πίσω απ’αυτό, αποποιούμενοι και στις δύο περιπτώσεις οποιαδήποτε ευθύνη, σε περίπτωση που η βαθμολογική κρίση δυσαρεστήσει κάποιους, αφού, ή θα αφορά τον ”κανένα”, ή θα διαχέεται στην ”ομάδα”.

Καθορίζοντας λοιπόν ποιοί δεν είναι κριτικοί οίνου, αλλά κάτι άλλο, ας προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε χαρίσματα, αρετές, εφόδια, κ.ά. στους επίδοξους, υφιστάμενους, κ.τ.λ. ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν, ή ασχολούνται με το επικίνδυνο αυτό σπορ.
Ή μάλλον, ας πάει στο καλό, ας απαλείψουμε τα περί χαρισμάτων και αρετών, γιατί θα κατακρημνιστούν κάποιοι.
Λοιπόν, εκ των ων ουκ άνευ, η τεράστια κατάρτιση, ευρυμάθεια και βαθιά γνώση του αντικειμένου, θεωρητική και πρακτική, θα πρέπει να είναι απόλυτο κτήμα του οινοκριτικού. Αυτά, δεν συζητούνται και πρέπει να θεωρούνται δεδομένα. Τα οποία βέβαια, δεν είναι καταναγκαστικό να συνοδεύονται από υπερπτυχιάρες και βαρύγδουπους τίτλους, ανώτατα ακρωνύμια που στο άκουσμά τους πέφτουν σαγόνια, χωρίς να υπάρχει καμία διάθεση υποτίμησής τους , τουναντίον, αυτά θεωρούνται τα απολύτως επιθυμητά. Κάποιοι, όμως, μπορεί να δαπανήσαν ατελείωτες ώρες κάτω από μιά λάμπα και να τους καταπλάκωναν τόνοι βιβλίων, να φάγαν την γη με τα χέρια τους, και τα ίδια να βάφτηκαν κόκκινα στο οινοποιείο, χωρίς όλα αυτά να μεταφραστούν σε πιστοποιήσεις υψηλότατης αξιακής κλίμακας, έγγραφες τουλάχιστον.

Τα διακαώς ζητούμενα, προσωπικά στοιχεία της διαύγειας, η εν είδει ενσυναίσθησης, ταύτιση, στην ουσία αφουγκρασμός με το κρινόμενο κρασί, και η άκρα αντίληψη που απαιτούνται, είναι πράγματα που ελέγχονται, απτόμενα του υποκειμενικού παράγοντα.

Αφέθηκε κάτι λίγο πιό κάτω, γιά να απομονωθεί ως εξέχον, μιάς και αυτό είναι ο μεγάλος καταλύτης γιά να μετουσιωθούν τα άνωθεν, σε πραγματισμό: η τράπεζα μνήμης.
Οι παραστάσεις, οι προσλαμβάνουσες, το γενικότερο πλαίσιο της εμπειρίας αντλούμενο μέσα από μιά πλούσια δεξαμενή εικόνων και καταγραφών, που επιδικάζουν το κορυφαίο:
Πως είναι ένα Le Montrachet, πως ένα Corton-Charlemagne, γιατί είναι άλλο ο λοφίσκος του La Romanée από το Romanée-Conti και φυσικά από το La Tâche, τι χυμό βγάζουν τα θεία χέρια του Roumier, του Dujac, του Rousseau, του Mugnier, πως είναι να γεύεσαι ένα Rayas, ένα Petrus, ένα Cheval Blanc, σε τι διαφέρουν το Les Amoureouses από το Le Musigny, τι είναι τα First Growths, πως είναι τα σπουδαία κρασιά του νέου κόσμου.
Ναι, δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτά και άλλα πολλά τέτοια είναι το μέτρο σύγκρισης, και βάσει αυτών των μεγεθών πρέπει να γίνει ο συσχετισμός που θα βγάλει νόημα γιά να παραλληλιστούν με τα -θεωρητικά πάντα- κατώτερα κρινόμενα, κάτι που πολλές φορές επιφυλάσσει εκπλήξεις.
Αλλιώς, ή πρέπει η φαντασία σου να είναι εξώκοσμη, ή οι πνευματιστικές σου ιδιότητες να σε ανεβάζουν στο πάνθεον των μέντιουμς παγκοσμίως.

Και εξαιρέθηκε ίσως το πιό σημαντικό, που χωρίς αυτό, πάνε όλα τα προηγούμενα στράφι:
Η ηθική της ακεραιότητας.
Σε έναν θλιβερό μικρόκοσμο, όπως είναι αυτός του Ελληνικού κρασιού, που όλοι γνωρίζουν όλους, οι ιέρακες και οι άρπαγες του χώρου είναι κάτι που δεν περνά απαρατήρητο, καθώς η πιάτσα βουΐζει.
Πληρωμένες κριτικές, δώσε τόσα γιά να σου βάλω τόσο, αν με αγνοήσεις θα σε θάψω, ορισμένοι μάλιστα θρασύτατα κάνουν και υποδείξεις γιά τον γλωσσολογικό τρόπο που πρέπει να διαρθρώνεται μιά κριτική, ακόμα και γιά τις υπερβολικές, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, βαθμολογίες, όταν στους ίδιους το μέτρο έχει χαθεί γελοιωδώς με την εύνοια στους ημετέρους.

Μην τσιμπάτε.
Αποφασίστε μόνοι σας, εάν πρέπει ντε και καλά, να παρακολουθήσετε κάποιον.
Κάτι που δεν είναι απαραίτητο, αφού όλοι εν δυνάμει μπορούν να γίνουν κριτές.
Κρατήστε αυτό που σας ταιριάζει από τον καθένα, αν κάποια από τα χαρακτηριστικά, δεξιότητες και ικανότητές του σας συνεγείρουν και σας συνεπαίρνουν.
Ξεσκαρτάρετε από τον -μικρό είναι η αλήθεια- συρμό αυτόν που νομίζετε ότι ”τα λέει” καλύτερα, αυτόν που είναι αδέκαστος και πιό αξιόπιστος κατά την γνώμη σας, αυτόν που φαίνεται να βαθμολογεί λαμβάνοντας υπόψιν πιό πολλούς παράγοντες και που είναι ευκρινής και αποκρυσταλλωμένη η ματιά, η θεώρηση και η τροπολογία του, διατυπωμένα σε ένα μανιφέστο που είναι εύκολα αναζητήσιμο και σε κοινή θέα.

Και μην ξεχάσετε ποτέ.
Ο κρίνων, κρίνεται.

Παύλος Γκέγκας