Αγρίμια κι’αγριμάκια μου.
Ασσύρτικο, κλάση αίγαγρος.
Ζούδια τραχιά, πλάσματα άγρια, με ψυχή και καμάρι.
Ίδια περπατησιά έχουν και τα δύο, ζώο και σταφύλι.
Και το Βόϊλα, στις καλές χρονιές κεντάει. Και στις λιγότερο καλές, καλοστραθιά’χει, δεν γκρεμιέται.
ΠΓΕ Κρήτη, Αλάγνι Ηρακλείου, Κρήτη
Ασσύρτικο
Μέτριο και κάτι, λεμονί.
Ντροπαλή, πολύ φειδωλή μύτη που επεξεργάζεται με ανθική διάθεση έναν θύλακα λευκόσαρκου και εσπεριδοειδούς φρούτου, με αδιόρατες στίξεις από ξινόμηλο. Στο βάθος, στοιχεία ζύμης μαζί με ήπιες βοτανικές εκπτύξεις, συμπληρώνουν την απαλότητα που κινείται στον ήπιο μπαχαράτο χώρο.
Το ότι είναι καλοφτιαγμένο και άρτιο γεωμετρικά, πιθανόν το αδικεί.
Και αυτό γιατί οι αλαφιασμένες, όλο τροπική γλύκα και ηδονικό στόμφο παλαιότερες εσοδείες, δεν ακουμπάνε εδώ. Υπάρχει Δωρικότητα στον γεμάτο όγκο, χωρίς όμως την απαιτούμενη ένταση που να το ανεβάσει κλίμακα, αφήνοντάς το σε νόστιμα επίπεδα, αναδιφώντας το εσπεριδοειδές και λευκόσαρκο δίπολο με τις ανθικές προτροπές ανάγνωσης. Η οξύτητα με καλή ενέργεια, εξισορροπιστική και όχι με διατρητικές τάσεις, δίνει λαβή γιά μιά φευγαλέα ορυκτή εντύπωση μέσα στην ζυμαρένια, πολύ ελαφρά βοτανική και μπαχαράτη διάρκεια, γιά να παραδοθεί σε ένα εκτεταμένο αντιληπτικά, φαινολικό πλέγμα.
Καλή, αρκετά πάνω από μέτρια επίγευση, γιά λίγο ορυκτή όσο μεταβαίνει στο ισχυρό φαινολικό πλαίσιο, με ζύμη, αχνά βοτανικά και μπαχαράτα σημεία.
Θαλασσινά και ψάρια, πουλερικά και λευκό κρέας, ψητά ή με λευκές σάλτσες.
Ημίσκληρα κίτρινα τυριά, ζυμαρικά με σάλτσα γιαουρτιού και κομμάτια από κουνουπίδι και μπρόκολο σαν μιά εκδοχή, με σάλτσα βουτύρου και κυβάκια κοτόπουλου η άλλη.


