Μεταγλωττισμένο στην Βοιωτία.
Δοσμένο σε παλιά κύπελλα και με λιγόφαγη διάθεση.
Κοιμώμενο μέσα στις δρύϊνες δούγες γιά να απλώσει παραπάνω.
Το Σαββατιανό -σαν Κοντούρα εδώ-, αρχίζοντας να αποτινάσσει τα τελευταία χρόνια τις κηλίδες μιαρών συσχετισμών του παρελθόντος, αποκτά ντοπιολαλιές που αναδεικνύουν το κατά τόπους υλικό του.
ΠΓΕ Θήβα, Άσκρη Βοιωτίας, Στερεά Ελλάδα
Κοντούρα (Σαββατιανό)
Μέτριο και κάτι λεμονί, με πρασινωπές ανταύγειες.
Ήπια βανιλάτη μύτη με χαμηλό ξηροκαρπάτο προφίλ, όσο γερασμένα ωχρά άνθη παρευρίσκονται με κίτρινα φρούτα, αρτυζόμενα από ήπια ανοιχτόχρωμα μπαχάρια και χλιαρό βοτανικό στίγμα.
Άτονης εκφοράς στον ουρανίσκο και με πολύ δειλή ένταση, μοιάζει ασυντόνιστο και χωρίς ιδιαίτερη συγκέντρωση, πιθανόν απόρροια της νεότητάς του, τουλάχιστον γιά τα δύο τελευταία. Πολύ καλύτερα ενσωματωμένο το βαρέλι στο στόμα, δίνει εύκολα προσεγγίσιμα ανοιχτόχρωμα μπαχάρια και σχεδόν καθόλου αντιληπτή βανίλια, η μέτρια οξύτητα προλαβαίνει και εκδίδει κιτρώδεις νότες που μάλλον επιβάλλονται του λευκόσαρκου φρούτου με τα πιό νεαρά εδώ, λευκά άνθη, ενώ υπάρχει ωραίο βοτανικό περιβάλλον που διαπλέκεται με ορυκτό. Ο όγκος προβλήματίζει ως προς το βάρος, αφού μετά βίας προσεγγίζει το μέτριο παρότι ιδιαίτερα λιπαρός, και αυτό έχει να κάνει ίσως με το εντεταμένο φαινολικό σφίξιμο, που τον στενεύει, ενώ προφανώς υπόκειται σε παραπάνω από μέτρια κατηγορία.
Μέτρια, ορυκτή, πολύ φαινολική επίγευση, ήπια μπαχαρένια, με χαμηλό κατώφλι στο βοτανικό της στίγμα.
Θα γίνει καλύτερο πιθανόν.
Ήπιο φαγάκι.
Θαλασσινά και ψάρια με ανάλογη ένταση, πάστα με λευκές κρεμώδεις σάλτσες, ψητό στήθος κοτόπουλο με κους κους, βραστά κολοκυθακια με λαδολέμονο, ψητά λαχανικά στο μαντέμι.


