Όθε.
Επτά Νομά.
Θερινή συλλογή κύρους.
Η Αυγουστιάτικη σύναξις ιστορικότητας της Σαντορίνης από εξέχοντα μικροτοπωνύμια.
Ούτε το χαλάζι του Απρίλη, μήτε οι καλοκαιρινές γλώσσες καύματος. Κανένα απ’ αυτά δεν κατάφερε να σβήσει το Θηραϊκό στίγμα τού άλατος, πέρα από την λειψή συγκομιδή που μέτρησε λιγότερο καρπό.
ΠΟΠ Σαντορίνη, Επισκοπή Σαντορίνης, Κυκλάδες
Ασσύρτικο
Μέτριο λεμονί
Η αναντίλεκτα υψηλή ποιοτική στάθμη της μύτης έρχεται ιδιαίτερα spicy, με έναν ερεθιστικό, πράσινο παράγοντα. Τον προσωποποιούν τα πιπεράτα βότανα, η επίφαση από πράσινα gooseberries, το ξύσμα από άγουρο νεράντζι, καθώς και νύξεις από ξινόμηλο και ερίκι. Υπάρχει καίριος ανασταλτικός ρυθμιστής, μην τυχόν και περάσουν όλα αυτά για αγουρίλα -κάτι που επ’ουδενί λόγω δεν συμβαίνει-, από την αθρόα εσπεριδοειδή εισροή. Καρποί και άνθη της οικογένειας, έρχονται να εναποθέσουν μαξιμαλιστική αντιρροπή στην πράσινη πρότερη προσμέτρηση, και η οσφρητική απόλαυση είναι πλέον γεγονός, συν την -και πάλι- ιδιαίτερα διαχυτική, πικάντικη μπαχαρένια αίσθηση. Το ορυκτό, αν και συνεσταλμένο, προσδίδεται με μιά σύμμικτη ιωδιούχα αλάτινη ανάγνωση και ενώ σιγά σιγά αρχίζει και προσιδιάζει στην τσακμακόπετρα.
Δεν κάνει χάρες η αλμύρα στο στόμα.
Κατακλύζει με υπερβάλλοντα ζήλο μεταλλικών αλάτων τον σφιχτό, πληθωρικά μεσαίο όγκο, με το σημαίνον όμως ειδικό βάρος της συμπύκνωσης. Πιό πολύ και πάνω απ’ όλα αρμυρό σεργιάνι στον λιπαρό ουρανίσκο, τόσο επιθυμητό, τόσο ευκταίο. Ποτίζει με επίταση το φρούτο, το οποίο με την σειρά του παίρνει μιά γλυκόξινη τροπή από την πρωτεϊνική και αμινοξεϊκή δομή που προσφέρει το αντίμετρο της γλύκας. Η χαρτογράφησή του, έρχεται με σχολαστικότητα και καλή λεπτομέρεια -με όλα τα πρασινωπά πικάντικα σημεία- από την ζωηρή οξύτητα, που χωρίς να είναι αβάσταχτα διατρητική και εκρηκτική, σημειώνει μιά πραγματική ανάταση που ελαφραίνει σημαντικά το κρασί μέσα στο αλκοολικό περιβάλλον, κάνοντας το τελευταίο να περνάει χαμηλά στην επίδρασή του. Το ορυκτό πηγάζει έσωθεν, συγκρινόμενο με την ευρεία αλμυρή γραμμή -αφού στην ουσία πρόκειται για συγγενικές χημικές συστάσεις-, δημιουργώντας εκ νέου ανύψωση και αισθητηριακή ελαφράδα. Ο οίνος, βασίζεται όχι στην φουρκισμένη εντασιακή πρόσληψη που πολλές φορές κάνει μιά Σαντορίνη εκτραχυμένη και αγριωπή, αλλά σε ένα εξαίρετο φινίρισμα που αγκαλιάζει την φιλικότητα και την στρογγυλάδα.
Η σοβαρότατα μακρά επίγευση ακολουθεί την ντιρεκτίβα του μέσου ουρανίσκου απαρέγκλιτα, παίζοντας ανάμεσα στο αλμυρό και γλυκόξινο δίπολο με λιπαρή επιτυχία, μην κρύβοντας τις έντονες ορυκτές της καταβολές. Κατακτάει το πικάντικο και πιπεράτο στοιχείο των βοτάνων, μπαχαριών και αψιών πράσινων στίξεων με ταμπεραμέντο, αφού εν τέλει γίνονται όλα λεία των μεταλλικών ιχνοστοιχείων. Ελαφρύ φαινολικό κράτημα και ήπια γλιτσερή αίσθηση που πολλές φορές απαντάται σε τρυγική προσθήκη.
Η αρκετή ύπαρξη διαφόρων Cuvèes, πλέον, μπορεί να δίνει μιά εικόνα ευρωστίας του οινοποιείου και μεγάλης δυνατότητας επιλογών από τα περιουσιακά -και όχι μόνον, αφού υπάρχει ευρεία συνεργαζόμενη εκμετάλλευση- κεκτημένα της, αλλά θα πρέπει να καταστούν σαφείς οι διαχωριστικές γραμμές τους και να έχουν λόγο ύπαρξης. Εδώ, εν προκειμένω, και αν δεν ήταν αυτό, το στίγμα της χρονιάς που μιλούσε, έχουμε να κάνουμε με ένα κρασί πιό προσβάσιμο, λιγότερο επιθετικό και τραχύ, που ίσως τεθεί μπροστά από αυτά τα Cuvèes σαν εισαγωγικό μέσον, αλλά σε καμία περίπτωση στο τέλος.
Έτοιμο, αλλά με περγαμηνές για να γίνει καλύτερο.
Θα είναι φανταστικό με μαγειρίτσα, no doubt. Επίσης φαίνεται να γουστάρει φόλα την μαμαδέ κουζίνα με το αυγολέμονο πρωταγωνιστή, οπότε γεμιστά κολοκυθάκια, λαχανοντολμάδες και σαρμάδες με αμπελόφυλλα, βουρ. Γεμιστά πιπέρια και ντομάτες, εμπίπτουν στην άνωθεν κατηγορία. Κατά τα άλλα, όπως μιά καλή Σαντορίνη, λατρεύει χοιρινό, αρνί και κατσίκι, χώρια τις εκ των ων ουκ άνευ ψαρούκλες σας στην θράκα και τις πληθωρικές θαλασσινές παρασκευές κάθε τύπου, συμπεριλαμβανομένου ζυμαρικών και ρυζιού.


