Ήταν ειλημμένη απόφαση.
Πολύ προτού αρχίσει η αντιπαράθεση μεταξύ μοντερνιστών και παραδοσιακών στο Montalcino, το πολύ ποιοτικό Σπίτι με τις βαθιά ιστορικές καταβολές, έμεινε στερεωμένο και αμετακίνητο στις αξίες που γενιές πριν είχαν εδραιώσει, ριζωμένες στην παράδοση.
Ο χρόνος πήγε μακριά πίσω, γράφοντας την ιστορική γραμμή του κτήματος πίσω στο 1890, όταν ενιαίο τότε σαν Fattoria di Sant’Angelo in Colle υφίστατο στην περιοχή, χρίζοντάς το από τα παλαιότερα.
Όταν τα αδέρφια Franceschi διαίρεσαν την περιουσία το 1958, ο Stefano έδωσε την τωρινή του ονομασία, γιά να παραδώσει τα κλειδιά του Οίκου το 1973 στην οικογένεια Cinzano από το Πιεμόντε, που άρχισε έναν μαραθώνιο φυτεύσεων αμπελώνων, με σκοπό να κάνει το σταφύλι κυρίαρχο καλλιεργητικό όχημα, από το σύμμικτο μοντέλο με σιτάρι, καπνό και ελιές, όπως συνηθιζόταν στις φάρμες του τόπου.
Το φτάσιμο στα 140 σημερινά εκτάρια αμπελώνων της επιχείρησης, με περηφάνια διαλαλεί από το 2010 την αφοσίωση στην οργανική καλλιέργεια γιά την ολότητα των εκτάσεων, ανεξαρτήτως είδους δέντρων και φυτών, ακόμα και των κήπων, κάνοντας την φάρμα την μεγαλύτερη του είδους σε όλη την Τοσκάνη.
Και σε ακόμα και μιά τόσο ετερόκλιτη χρονιά με την έξαρση των ανοιξιάτικων βροχών και την έντονη κατοπινή ζέστη να οδηγεί σε πρωιμότητα περκασμού κατά 15 ημέρες, αλλά και του τρύγου κατά μία εβδομάδα, ο πλήρης εστιασμός στην ποιότητα που κάνουν το κτήμα από τα πιό αξιόπιστα και από τα πλέον value for money, συρρίκνωσε την απόδοση στα 60 q/ha από το κατώτερο επιτρεπόμενο γιά Brunello 80 q/ha, δίνοντας πιστότητα και σ’αυτόν τον τρύγο.
Brunello di Montalcino DOCG, Montalcino, Τοσκάνη, Ιταλία
Sangiovese
Ούτε μέτριο ρουμπινί, ελαφρύ, διαπερατό.
Κεντραρισμένης φινέτσας και μεγάλης κλάσης μύτη, που στέλνει στο θυμικό ανθική σαγήνη, με κεράσια και άγρια κόκκινα φρούτα του δάσους, περασμένα από επιδέξιο μπαχαρένιο φίλτρο.
Ελαφρές νύξεις αποξηραμένων βοτάνων, στάχτη και σχιστόλιθος σαν προβολή ορυκτού, επιτείνουν το μαρτύριο του γλυκού βασανισμού, που τελειώνει με υπαινιγμούς μωβ κρίνου.
Δυνατό χτύπημα και στον ουρανίσκο, με ανθικά, μπαχαρένια κύματα, που τα κουβαλάει με σιγουριά το κόκκινο φρούτο με την υποψία ξύσματος sanguine, σε έναν ελαφρά άνω του μετρίου όγκου σώμα, που κρύβει απίστευτα το 14,5%, κάνοντάς το άφαντο.
Εξισορροπιστική οξύτητα που δουλεύει πολύ καλά στο σύνολο και βελούδινες τανίνες, όπου η δίχρονη παραμονή στα μεγάλα βαρέλια Σλαβονίας και ο άλλος ένας χρόνος στο κελλάρι, έδωσε κομψή παρακαταθήκη.
Καρβουνιασμένα και bitter στοιχεία μαζί με πίσσα, παίρνουν κεφάλι μετά την κορύφωση του μέσου ουρανίσκου, γιά να τραβήξουν πικρά και μακρά την καφέϊνη και μπαχαρένια επίγευση, δίνοντας σήμα πως η ζωή του κρασιού μόλις τώρα άρχισε και βγάζοντας τις τανίνες στην φόρα δείχνοντας πως θέλει κι’άλλο χρόνο.
Bistecca alla Fiorentina, αλλά και το αδερφάκι Porterhouse steak, με ίδια συνέπεια Porchetta και φυσικά μοσχαρίσιο ραγού με Pappardelle.


