Ήταν η χρονιά που μετρήθηκαν.
Όταν βρέθηκαν οι αντιξοότητες μαζί. Και παραβγήκαν στο ποιά θα αφήσει περισσότερα σημάδια.
Το ποτισμένο απ’τις βροχές καλοκαίρι του ’04 και η ακροβασία του πρώτου καιρού στην μετάβαση σε ένα δύσκολο, απαιτητικό, αλλά και δεχόμενο αμφισβήτηση εγχείρημα, όπως είναι αυτό της βιοδυναμικής καλλιέργειας, αφού αρκετά χρόνια πριν είχε ήδη εφαρμοστεί η βιολογική.
Εκ του αποτελέσματος και ύστερα από τόσο καιρό τότε, δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό να προσαφθεί σε ένα κρασί που πέρασε μέσα απ΄τον χρόνο, χωρίς την αρματωσιά και την προστασία των παρεμβάσεων, αλλά και σε ένα οινοποιείο που έχει δομήσει την ύπαρξη, φήμη και ποιότητά του, στην πλήρη απουσία αυτών, μα και στην συνέπεια και την πίστη σε αρχές και αξίες, που δεν είναι καθόλου εύκολο να ακολουθηθούν.
ΠΟΠ Γουμένισσα, Γουμένισσα, Μακεδονία
Ξινόμαυρο 65%, Νεγκόσκα 35%
Μέτριο ρουμπινί-γκρενά με καφετιές ανταύγειες.
Υπερβολικά μπαχαρώδης μύτη, με προεξάρχοντα τον ψημένο espresso, την καμένη καραμέλα και το βρεγμένο ξύλο, να βρίσκονται μπροστά από το κρυμμένο πλέον κόκκινο φρούτο στην αποξηραμένη του μορφή, αλλά και ξερά σκούρα άνθη. Φυτικοί ντοματένιοι υπαινιγμοί, φύλλα ντομάτας, κύβος λαχανικών, αλλά και βρασμένος ζωμός κρέατος με καψαλισμένη πέτσα, σίγουρα σε μιά εντυπωσιακή, αλλά σε κάθοδο, υπερεξελιγμένη μύτη.
Η καλή οξύτητα βοηθάει γιά μιά φευγαλέα αναλαμπή, αλλά δεν μπορεί να αποτρέψει την εντύπωση του γήρατος, καθώς τα μπαχάρια περιπαίζουν το κόκκινο αποξηραμένο φρούτο με τις φυτικές περιπτύξεις, ενώ οι τανίνες δείχνουν στυπτική δύναμη πάνω από αυτήν που μπορεί να σηκώσει το φρούτο, σε έναν όγκο που οι ίδιες κάνουν να φαίνεται πάνω από μέτριος, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι.
Επίγευση σίγουρα προς μακρά, στυπτική και αδιαμφισβήτητα μπαχαρώδης και καφέϊνη, με τα φυτικά και ντοματένια στοιχεία να δίνουν μιά ελαφριά πικρή επωδό.
Λαζάνια, λουκάνικα Τζουμαγιάς και σουτζούκι Πολίτικο, μουσακάς.


