Του λαού τα σήμαντρα.
Το πιοτί που ανασαίνει τα βάσανα.
Κοκκινέλι σε ονόμασαν, και ξέρανε.
Οι σταλαγματιές απ’ το ξωμάχικο αίμα, στα γυάλινα κανάτια σου κρασί της φτώχειας.
Ερυθρωπός Ξηρός Οίνος, Κούτελα Μυκόνου, Κυκλάδες
Κουντούρα, Μαύρο Αηδάνι, Σιρίκι, Καραμπραΐμι, Syrah, Sangiovese, Άσπρη Μαντηλαριά
Ανοιχτό ρουμπινί με γκρενά ανταύγειες, Κοκκινέλι στα σίγουρα.
Εξαίσια, χαρισματική και χαριτωμένη μύτη με λεπτό οξειδωτικό συνειρμό. Γλυκά καφετί μπαχάρια μαζί με κυνόροδο και ιπποφαές, επενδύουν τις νύξεις από λικέρ σαγκουΐνι και βερύκοκκο, τα οποία με την σειρά τους μουλιάζουν τα αποξηραμένα, φράουλες, cranberries και σμέουρα, ώστε να φουσκώσουν από αλκοολική ζωή. Αισθαντική, πολύπλοκη, με πάμπολλα ξερά και πορτοκαλί λουλούδια, καψαλισμένη φλούδα κουμ-κουάτ και λεπτοφυείς νότες από λιαστό bouquet garni, καταλήγει με μόκα και τιραμισού την εντυπωσιακή λίστα της.
Το απαλό, αέρινο ροδαλό ξωτικό, περνάει στον ουρανίσκο αιθερικά, άϋλα και διάφανα, μην επιστρατεύοντας τριγμούς, εντάσεις και βία, παρά μόνον εσωτερικότητα και πλατιά νοστιμιά. Μέτριος, ίσως και ελαφρά παραπάνω όγκος, λείες, χαμηλές τανίνες, είναι μακρύ ταυτόχρονα, πολυτάλαντο, σοβαρό και παιχνιδιάρικο μαζί. Ελαφρύ μα με εσωτερικό έρμα που του δίνει ειδικό βάρος, παράλληλα με τον βαθύ κρατήρα της ορυκτής ενέργειας που λες και πυροδοτεί την γνήσια γραμμή της οξύτητας που το κρατάει ζωτικό. Με μιά ιδιότυπη, παράξενη Κυκλαδίτικη φρεσκάδα επιχειρεί από άνω του μετρίου ύψους οχύρωμα την οξύτητά του, διασφαλίζοντας την απειροελάχιστη δυνατή οξειδωτική πρόσληψη.
Απίθανα μακρά, ένα κρασί ακόμα μόνη της η επίγευση. Μέσα από το πολυσήμαντο οργανοληπτικό επίπεδό της αναδεικνύονται και εσπεριδοειδή που φέρουν και ξυσμάτινες εκδοχές τους.
Χοιρινό με φασολάκια, γλυκάδια στο μαντέμι, χοιροσφάγια, τσιγαρίδες, Τηνιακή λούντζα και άλλα τέτοια αλλαντικά που γίνονται στον καιρό, μοσχαράκι με μπάμιες, κοκκινιστό κουνέλι με πατάτες στον φούρνο, γαρίδες με πιλάφι, αστακομακαρονάδα, μεγάλα μπαρμπούνια στην σχάρα με σάλτσα πιπεριάς Φλωρίνης, με ξύδι, πάπρικα, λεμόνι και μελάσα.


