Ημίαιμο.
Ημιτελές του σκοπού που του ανατέθηκε.
Όταν τα γονίδια της φυλής του, αρνήθηκαν τους ίδιους γονεϊκούς έλικες που τα καθορίζουν.
Σαν ο όψιμος τρυγητός της συγκεκριμένης χρονιάς γιά το Μοσχούδι, δεν εκπλήρωσε στο έπακρο προσδοκίες, αλλά και περγαμηνές πρότερων σοδειών.
Η συλλογική μνήμη όμως του Μικρόρωγου Μοσχάτου είναι εκεί.
Άτρωτη, αδιασάλευτη, γιά να αποδώσει τα δέοντα σε τόπο και δημιουργό, να εκπληρώσει προδιαγραφές της ράτσας αλλά και του εντολέα του.
Οίνος Λευκός Ημίγλυκος, Λαλιώτη Κορινθίας, Πελοπόννησος
Μικρόρωγο Μοσχάτο/Μοσχούδι
Σχεδόν βαθύ χρυσαφί.
Ευγενική μύτη κίτρινων γερασμένων ανθέων, με γλυκό του κουταλιού νεραντζάκι, όμορφα ανοιχτόχρωμα μπαχάρια, μαρμελάδα βερύκοκκο και μέλι λεμονιάς. Βαθιά αναδυόμενα βοτανικά στοιχεία, κερί και φρέσκο βούτυρο, με χαλαρές ξηροκαρπάτες νύξεις και λίγο λινέλαιο, έχοντας ήπια οξειδωτική γραμμή.
Στο στόμα, παρόλη την καλή ισορροπία και ισοζύγιο μεταξύ της μέτριας σαν πρόσληψη οξύτητας και των λιγοστών σακχάρων που του προσδίδουν ήπια γλυκύτητα στον λιπαρό, μέτριο όγκο, παρουσιάζεται άνευρο και χωρίς ιδιαίτερη ένταση. Δείχνει απρόθυμο να επιμερίσει επαρκώς τα αρώματα της μύτης, από τα οποία η ανθική, μελάτη και μαρμελαδένια συμπεριφορά με κάποια ώριμα εσπεριδοειδή ξύσματα, έχει το μπαχαράτο και βοτανικό στοιχείο να επιδέχεται και bitter εκδοχής, ενώ μετά τον μέσο ουρανίσκο ατονούν υποχωρώντας σύντομα και αδειάζοντας κάπως απότομα.
Σχετικά κοντή επίγευση, μπαχαρένια και βοτανική, όπου το bitter στοιχείο γίνεται απολύτως σαφές χωρίς να κολακεύει, με ξύσμα μολυβιού και λίγο φαινολικό κράτημα.
Πιό πολύ γιά απεριτίφ μετά το φαγητό ή με φρουτοσαλάτες με ελάχιστο εσπεριδοειδές σιρόπι, ή με σπιτικό σιμιγδαλένιο άγλυκο χαλβά, καθώς τα σάκχαρα δεν επαρκούν γιά επιδόρπια γλυκά.


