Μέγα Λατρευτικόν.
Η μικρά κολεγιά αγκαζέ με το Μινωϊκό Φώς.
Στα ξέφωτα και στα αλώνια, ο αδελφοποιτός των σταφυλιών ήλιος, έκανε το Mourvèdre ν’ αγιάζει λουσμένο στο Κρητικό λάμπος, μακριά από τις σκοτεινές αμπάρες του βαθύτερου εαυτού του.
Οίνος Ερυθρός Ξηρός, Βατόλακκος Χανίων, Κρήτη
Mourvèdre
Μέτριο, ελαφρώς διαπερατό ρουμπινί.
Μύτη μέγιστης σαγήνης και ομορφιάς, με παραστάσεις ανοίξεως και φθινοπώρου μαζί, πολυδαίδαλη και αισθητηριακά ερεθιστική. Στα βαθιά, καπνικά, μπαχαρένια έγκατά της, με το τριμμένο μαυροπίπερο, τα υπέρπυκνα ποιοτικά στρώματα κουβερτούρας και espresso, κατοικεί το κόκκινο με μιά φευγαλέα μελανή ανταύγεια. Κεράσια διαφεντεύουν, από ώριμα, πουρέ και συμπύκνωμα, μέχρι ζελέ, maraschino και cherry pie. Και άξαφνα, γινωμένο δαφνοκέρασο -που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με κεράσι-, σθεναρός αμφισβητίας και επίδοξος εραστής, άντε και το ζαρωμένο δαμάσκηνο από κοντά, για την πιό σκούρα βερσιόν. Περιρρέουσα βοτανικότητα, με πολλά ξερά μυριστικά φυτά, σε πιό βαθιά ανάγνωση. Αποξηραμένα άγρια λουλούδια με λίγα αφυδατωμένα ροδοπέταλα, έχουν μιά μικρή στίξη λεβάντας. Πολύ μακρινά, σχεδόν αχνά, παλιό, κατεργασμένο δέρμα, γλυκό ταμπάκο και καπνός πίπας μήλου.
Λυγάνε τα πάντα στον ουρανίσκο, από την μελιστάλαχτη, σιροπένια, ηδύτατη νοστιμιά που κλονίζει ηθικούς φραγμούς για το πως θα αποδοθεί με καθωσπρεπισμό, αλλά η απολέμητη στο θυμικό λέξη που αρχίζει από κάππα νικάει, περνώντας το στην ηδονική αθανασία. Σπάνια θυμάμαι τόσο βαθιά και αισθαντικά νόστιμα κρασιά, να δίνονται με τόση μειλίχια απαλότητα και πράο, γαλήνιο κυματισμό που όμως εισχωρεί de profundis με ιδιόσυχνο τίμπρο, για να συνταχθεί μιά εξαίσια μελωδία αρμονικών χορδών. Αρνείται να συγκλονίσει με ένταση, ανεξέλεγκτη διάτρηση και βίαιη εμπατή, αφού έχει με το μέρος του όλο εκείνο το αρχιτεκτονικό γεωμέτρημα που το φέρνει σε θαυμαστή -σχεδόν τέλεια- αρτιότητα λείανσης. Και αυτό αφορά και τις απίστευτα φιλικές, σφόδρα λιπαντικές τανίνες, για τις οποίες νιώθεις μόνο διηνεκή γλύκα και καμία σύνδεση με την ποικιλιακή τραχύτητα, διστάζοντας να τις καταχωρήσεις ακόμα και μετρίου ύψους. Συνταρακτική όξινη διατύπωση στον απαλά, -μετά βίας- γεμάτο όγκο, που οργώνει έσωθεν χωρίς να γίνεται καν αντιληπτή, πλην όμως με έντονο ορυκτό εσωτερικό παλμό που την κάνει άκρως ζωτική και επίμονη, φτάνοντας με φανατική λεπτομέρεια σε κάθε μύχιο οργανοληπτικό σημείο. Για να εμμείνει ακριβέστατα στο πηχτό σιρόπι σμέουρου που καπλαντίζει με χυμώδη τρυφή το φρούτο, στέλνοντας νέα ρίγη λαγνείας, σε μιά θριαμβική κατίσχυση των αμαρτωλών ονείρων έναντι της στείρας πραγματικότητας.
Από τις πιό μακρές επιγεύσεις που μπορούν να βρεθούν, αχρείαστο να παρατεθεί ο ποταμός της γευσιγνωστικής πολλαπλότητάς της, αφού υπόκειται μόνο σε βιωματική εμπειρία.
Αδύνατον να συσχετιστεί με Mourvèdre, δεν εμπίπτει σε καμία οργανοληπτική θεώρηση της ποικιλίας. Και αυτό γίνεται ακόμα πιό έντονο, όταν απέχει σημαντικά από άλλες χρονιές του οινοποιείου, πολλώ δε μάλλον από την θηριώδη, γεμάτη ζωϊκό μαγνητισμό, υπερπληθωρική εσοδεία του 2013. Τυφλά, θα στοιχημάτιζα για μεγάλης κλάσης τρισαγαπημένο Grenache, και πιό κρυφά μέσα μου, ένα θερμό Merlot, αντίστοιχης εμβέλειας.
Πανέτοιμο, αφήστε για τουλάχιστον μιά-δυό μέρες ανοιχτό, εκλιπαρεί για αέρα.
Αξίζει κάθε σεντ.
Στην πραγματικότητα, περιμένει να το γευτείτε μόνο του, για να σας χτυπήσει κατακέφαλα η ηδονή -όχι, δεν είναι βαρύ μήτε αλκοολικό. Αλλά η φύση του, βαθιά γαστρονομική, το ωθεί σε παραδείσους μελωμένων αρνιών και κατσικιών, με περίτεχνες παραδοσιακές μαγειριές τους, αλλά και σε παλαιωμένες Κρητικές γραβιέρες.
Lièvre à la royale, καπνιστό βοδινό μεδούλι με ψιλοκομμένο μαϊντανό και βούτυρο σέλερι, σε μιά απέλπιδα προσπάθεια εστετισμού.


