Γαίες αρχαίες, ξεριζωμένες, υγρές.
Και τύρφες.
Και στρώματά τους αλλεπάλληλα.
Στην όσφρηση.
Στην μνήμη, που ξεσηκώθηκε γιά να επαναφέρει εικόνες που το Κτήμα μου είχε χαράξει χρόνια πολλά πριν, που ξέχασα σχεδόν.
Και παλμοί ακανόνιστοι και τότε και τώρα.
Είκοσι και πλέον χρόνια πριν, το πρωτόφαντο, δώδεκα το ύστερο, το στερνό.
Κι ας ήταν απ’τις κορυφαίες του περιουσίες.
Και τώρα αυτό.
Πιό κάτω στην ιεράρχηση, πιό μακριά στον χρόνο.
Échézeaux Grand Cru AOC, Côte de Nuits, Βουργουνδία, Γαλλία
Pinot noir
Χρώμα καφέ.
Θολό.
Κεραμιδιές ανταύγειες. Τα προσπερνάω.
Και στα ξεριζωμένα χώματα, τα υγρά που μύρισα, φρεσκοβγαλμένοι βολβοί με σάρκα χωμάτινη κι αυτή.
Στο βάθος το φρούτο με κερασένια υποβολή, αχνή, θαμπή.
Κι έρχεται άλλη σάρκα, αυτή της μελιτζάνας.
Καπνιστή αρχικά, ψητή μετά, μελιτζανάκι γλυκό μετά.
Στο δεμάτι της όσφρησης προστίθενται ευλαβικά βοτανικοί υπαινιγμοί και ίσως άνθη σκούρα.
Γηραλέο, ασθμαίνον, καβαλάει το κύμα, ευγενικά πλημμυρίζει το στόμα.
Πίνουμε τον μύθο περισσότερο, παρά το κρασί.
Χωρίς τη ατίθαση κράση της νιότης, αλλά με την σοφία του γήρατος.
Το φρούτο εγκλωβίστηκε σε άλλη, παρελθούσα μνήμη.
Πολεμοχαρές στην όξινη αιχμή του, δίνει την μάχη του ακόμα, οι τανίνες υφέρπουν, δεν παραιτήθηκαν πλήρως.
Έχει αφήσει χρόνια πολλά πίσω τα καλά του, μα η αίγλη πλανάται.
Επίγευση μακρά πολύ.
Και μετά πάλι.
Και στο τέλος βοτανικοί ατμοί και λίγο καφέ.
Αστακός ποσέ.


