Μιά βόλτα στον κόσμο.
Και προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις.
Να δείξεις όλη την πολυδαίδαλη πορεία του μέσα από προσωπικές ανησυχίες.
Να αναδείξεις την σχεδόν ψυχοφυσική τάση τού φυτού τού Ξινόμαυρου, να απομυζεί μέχρι και το τελευταίο δράμι ήλιου και χώματος, γιά να αποδώσει στην εντέλεια τον εκάστοτε καλλιεργητικό κύκλο.
ΠΟΠ Νάουσα, Τρίλοφος Ημαθίας, Μακεδονία
Ξινόμαυρο
Βαθύχρωμο σχετικά, αρκετά περισσότερο από μέτριο ρουμπινί, με μικρή διαπερατότητα.
Ευφάνταστη μύτη, που περικλείει σε μικροδόσεις την περισσότερη από την οσφρητική ποικιλότητα τού σταφυλιού, αρκετά συνεσταλμένη πάντως. Κεράσια, δαφνοκέρασα και δαμάσκηνα σε πιό χτυπητό σκουρόχρωμο πρόταγμα από το δυναμικό τίς άλλες φορές, κόκκινο. Προοδευτικά όμως, και συν τίς μέρες, σμέουρα, tayberries και βαθιά γιωμένα βύσσινα, έρχονται να προσθέσουν κατιτίς στο ερυθρό ταμείο. Ανθικά, κυμαίνεται σε επίσης μαυροκόκκινους τόνους. Βοτανικά και φυτικά, αποδίδεται εκφραστικά, δίνοντας ένα ευρύ πεδίο με ήπια όμως ένταση αλλά σοβαρή τυπικότητα. Πολύ χαμηλής αναγνώρισης δερματικό ίχνος. Σπουδαίο ξύλο που δίνει πενιχρά σημεία πολύ ποιοτικής βανίλιας, επικεντρώνοντας σε σκούρο καφέ και κουβερτούρα. Κάποιες ελαφρά ξαψαλισμένες νότες, λίγο μαύρο τσάϊ και μιά βαθιά γήϊνη υπόμνηση που παραμονεύει εντός, μαζί με σκούρο ορυκτό και καρβονικό σημείο.
Σαν δίδυμο φεγγάρι, το στόμα επικροτεί απόλυτα τίς ανακαλύψεις τής οσφρητικής ταινίας που πέρασε από το μνημονικό, αφού αντικατοπτρίζει θεαματικά την μύτη. Το κρασί στο στόμα είναι απίστευτα φιλικό, αν αναλογιστεί κανείς τίς εν γένει αιχμηρές, γωνιώδεις και εν πολλοίς σαρκοφαγικές διαθέσεις τού Ξινόμαυρου. Τα επιβλητικά νούμερα τού 3,43 pH και 6,7 g/lt ολικής οξύτητας δεν φαίνονται σαν αισθητηριακή πρόσληψη, συντείνοντας στον μαλακό χαρακτήρα του, και μάλλον αφομοιώνονται μαεστρικά στο παχύ πέλος τού μετρίου όγκου, μην αφήνοντας ωστόσο αιχμές για την φρεσκάδα η οποία είναι αδιαμφισβήτητη δονώντας σύγκορμο το κρασί, το δε ορυκτό την μεγιστοποιεί τα μάλα. Μετριασμένη ένταση, που κι αυτή προσχωρεί ασμένως στο στρατόπεδο τής εξαιρετικής προσήνειας τού οίνου, με το φρούτο όμως να προλαβαίνει να αυτοαναλυθεί επαρκώς. Τέλειες τανίνες, λυγερές, στιλπνές, λείες, στην γνωστή αριστουργηματική Θυμιοπούλεια συνταγή που κρύβει το μεγάλο τους ύψος.
Πολύ καλή επίγευση, χωρίς να προσεγγίζει εμφατικά το μακρά. Ορυκτή, ξινόγλυκη εδώ, και πάλι στο τέμπο τής γαλήνιας γραμμής, προσφέρει χωρίς πρόβλημα όλη την οργανοληψία με ένα φευγαλέο δερματικό περασματάκι που ούτε φαίνεται.
Ύστερα από τίς εξωπραγματικές, διαστημικές χρονιές τού ’21. ’22 και ’23, μιά πιό ”φυσιολογική” Νάουσα.
Τα κρασιά τού Θυμιόπουλου όμως, είναι παράξενα, απρόσμενα, απροσδόκητα, ύστερα από πολλά χρόνια, οπότε μία εξίσου ξαφνιαστική εξέλιξη ίσως περιμένει κι εδώ τον δοκιμαστή.
Με εξαιρετική ευελιξία στο τραπέζι, δεν υπάρχει κατηγορία που να μην τα καταφέρνει απροβλημάτιστα, από εκλεκτές αιμάτινες βοδινές κοπές από καλά ζώα, μέχρι βαριά μαγειρέματα φούρνου και γάστρας με παχιές κοκκινιστές σάλτσες. Χοιρινό (ιδίως στην κατσαρόλα με ντοματένια πικάντικη σάλτσα) με ρύζι, κατσίκι, αρνί, με όλους τούς τρόπους. Αφήνω την σοκαριστική ηδονή που προσφέρει με τις τρισαγαπημένες μπάμιες σε σάλτσα ντομάτας με χοιρινό λουκάνικο, ιδανικά βρείτε Salsiccia Stagionata.


