Τ’αρμυρά του θάρρητα.
Φουσκωμένα με τραμουντάνα, ψύχος θαλασσινό.
Και στην σμίκρυνση των αριθμών, μεγάλο να το κάνουν.
Το από κει σταφύλι, το από δυσμάς πανώριο, που ίσκιο σηκώνει αψηλό στ’ανάδελφο αμπέλι.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ρομπόλας έναντι του Ασσύρτικου.
Ο ψυχρός, cool χαρακτήρας του, απέναντι στην ζεματιστή θέρμη του Αιγαιάτη συμπολεμιστή.
Τα λιγοστά του γράδα, οι κοντοί του στο αλκοόλ βαθμοί, κόντρα σ’εκείνου που στην λάβρα του σφυρηλατημένου στο αμόνι της Καλντέρας είναι.
Γιά πάντα ίδια. Αιώνια διαφορετικά.
ΠΟΠ Ρομπόλα, Θηράμονα Κεφαλονιάς, Επτάνησα
Ρομπόλα
Μέτριο λεμονί.
Μεγάλης χάρης, πολύπλοκη οσφρητική βεντάλια στην μύτη, όπου το ψυχρό λεμονάτο μπρίο πρωταγωνιστεί, έχοντας βοτανικούς και θαλασσινούς αέρηδες να το ζώνουν. Λευκά άνθη ξεπηδούν με μεγάλη ζωντάνια, ροζ γκρέηπφρουτ και λευκό ροδάκινο με πικάντικους μπαχαρένιους τόνους, με αρμυρές ριπές και θαλασσινά όστρακα να ξεπλένουν την άσπρη πέτρα που ριζώνουν τ’αμπέλια. Νίκη του ορυκτού.
Ράτσα στο στόμα, ράτσα τρανή.
Μαινόμενη οξύτητα κεραυνοβολεί τον ασβεστόλιθο και ανεξέλεγκτα ορυκτά θραύσματα καίγονται στον ουρανίσκο.
Η αρμύρα τα σβήνει, μα όχι.
Λευκά ανθάκια, πράσινα βότανα, τριζάτα λευκά μπαχάρια, λεμόνια και λογής λογής εσπεριδοειδή, νεκταρίνια, κοντούλες και κρυστάλλια, Granny Smith και Greensleeves, ο γεμάτος όγκος έχει πολλά.
Και ξανά ορυκτά.
Και αρμυρά. Και κοχύλια. Και πεταλίδες.
Μακρά, μπαχαρένια, ανεξάντλητα αρμυρή και ορυκτή επίγευση με ελαφρύ φαινολικό κράτημα, ξινόμηλα και πράσινο βοτανικό στρωσίδι.
Φούσκες. Στρείδια. Γυλιστερές. Όλα ωμά.
Πορφύρες με λαδολέμονο. Μύδια αχνιστά με θαλασσινό νερό. Linguine με αυγοτάραχο ακέρωτο.
Αφήνω τα ακριβά. Γωβιούς σε ελαφρύ τηγάνι.
Χοιρινό λεμονάτο. Αρνίσια παϊδάκια με μουστάρδα βοτάνων και ρίγανη.


