Η δεοντολογική θεωρία του Οικονόμου.
Το ηθικό καθήκον απέναντι στην δέσμευση της Κρήτης.
Και η τύποις Καντιανική θεώρησή του, οδηγεί την αντίληψη των δύο ξένων ποικιλιών, ως Κρητικό βίωμα.
Εμφορούμενα το ιδιόσυχνο μαγνητικό ρευστό της Ανατολικής μεριάς της μεγαλόνησου, το Cabernet και το Merlot λογίζονται ως αυτόχθονα σταφύλια, προκειμένου να υπηρετήσουν τον ιδιότυπο αντι-ωφελιμισμό της φιλοσοφίας του δημιουργού.
ΠΓΕ Κρήτη, Ζήρος Λασιθίου, Κρήτη
Cabernet Sauvignon, Merlot
Σχεδόν βαθύ ρουμπινί.
Με αρκετή ποιότητα, συγκεκαλυμμένα ρουστίκ μύτη, όπου προβάλλει πάστα μαύρου σύκου και συκομαΐδα γιά να μπαλαντζάρει το δερματικό της βάρος. Μαρμελάδα δαμάσκηνο και ώριμα και αποξηραμένα σκούρα φρούτα του δάσους συνιστούν την κεντρική πρόσληψη, που αντιτείνει μικρό ίχνος από παστά βύσσινα γιά την ερυθρή αντίληψη. Αποξηραμένα φρύγανα, γλυκά μπαχάρια, μαύρη σοκολάτα και νότες καφέ, κέδρος και crème de cassis με γραφιτικά σημεία, συμπληρώνουν την πλούσια γκάμα. Ισχυρή βαλσαμικότητα που ενθυλακώνει ήπια οξειδωτική διάθεση.
Με ιδιοσυγκρασία και ευκταία ιδιορρυθμία πατάει στον ουρανίσκο, δημιουργώντας εντύπωση αλλά και γόνιμη σύγχυση στον πάνω από μέτριο, ίσως απαλά γεμάτο όγκο. Ξεκινώντας ως γλυκό το φρούτο, που φέρει νοστιμιά και εκφραστικότητα, σύντομα μεταβαίνει στην επικρατούσα γλυκόξινη φόρμα του που υποστηρίζεται και από το γλάσο δαμάσκηνου, με άμεση την φαντασιακή προβολή του ερυθρού εσπεριδοειδούς που επαληθεύει την υψηλή οξύτητα. Εξαιρετική δουλειά και φινίρισμα στις γλυκές τανίνες που δρουν ως ρυθμιστικός λιπαντικός παράγων διατηρώντας την ισχυρή τους θέση, ενώ η ένταση κινείται υπόγεια, χωρίς να συγκλονίζει με βάθος και διάτρηση, διάγοντας όμως αφανές έργο. Δέρμα, ήπια ζωϊκά, σύκο και έντονη βαλσαμικότητα, ξερά βοτάνια, γλυκά μπαχάρια και σοκολατένια και καφέϊνα σημεία σε μιά περιφερειακή αντίστιξη μαζί με φευγαλέες νότες από crème de cassis και κέδρο, καταλήγουν σε ευκρινή ορυκτή αποτίμηση που βαστάει σαν ραχοκοκκαλιά.
Μακρά, ορυκτή και πολύπλοκη μπαχαράτη επίγευση, βαλσάμικη, δεν έχει κανένα πρόβλημα να επαναπροβάλλει τα επιμέρους χαρακτηριστικά της, στηριζόμενη στους δερματικούς και βοτανικούς άξονες και εστιάζοντας σφόδρα στο γλυκόξινο θέμα του σύκου και του δαμάσκηνου.
Τον χειμώνα του ’23, πιθανόν θα ανέβει κατηγορία.
Συγκλονιστικό στο τραπέζι, αν αξίζει να δώσει κάποιος το υψηλό αντίτιμο, είναι γιά να το δει να στέκεται αρχοντικά σε μιά αναρίθμητη γκάμα, από ώριμα κίτρινα τυριά, ψητά της ώρας, λουκάνικα από Τζουμαγιάς μέχρι ξυδάτα Κρήτης, πάστα με ραγού αγριογούρουνου, βοδινό, αρνί, κρασάτο κόκκορα, σούβλες, μέχρι και ωριμασμένες σε θάλαμο, υψηλής πιστότητας βοδινές κοπές, αλλά και ρόστο.


