Το σέβας που πρέπει να περιβάλλει κάποιον και να του αποδίδεται.
Που το έχει κερδίσει τόσα χρόνια, με τόσο ποικίλους τρόπους και γιά τόσους διαφορετικούς λόγους.
Η πραγματιστική προβολή, πιθανόν να ξεπερνιέται μόνον από την φαντασιακή, γιά το παραμυθένιο κτήμα από το Κορακοχώρι.
Γιά τα όσα έπραξε, γιά τα όσα τόλμησε, τα όσα με σχολαστική ευλάβεια υπηρέτησε, τα όσα με άκαμπτη επιμονή τήρησε.
Μέσα σε όλα, το μυθικό σταφύλι της Μαυροδάφνης, του οφείλει.
Γιά την μεγάλη πίστη των ανθρώπων του σ’αυτό, γιά την -κόντρα σε όλους του οιωνούς- επιθυμία του να είναι μέρος του χαρμανιού μιάς ετικέτας που προδιεγράφη να αφήσει -και το έκανε- εποχή, γιά την αταλάντευτη στάση του να το απεμπλέξει από το γλυκό του, μονοδιάστατο παρελθόν, και να τηλεγραφήσει την πληροφορία της ξηρής μεγαλοσύνης του σε όλον τον κόσμο.
ΠΓΕ Λετρίνοι, Κορακοχώρι Ηλείας, Πελοπόννησος
Μαυροδάφνη
Μέτριο προς βαθύ ρουμπινί.
Ευκρίνεια και σοβαρή τυπικότητα από την μύτη. Μαύρο δαμάσκηνο, φραγκοστάφυλο, μαυροκέρασο, γλυκά μπαχάρια.
Λειτουργικός άξονας βοτανικών τυπικών στοιχείων φασκόμηλου, βρεγμένης δάφνης και ελαφρού menthol, με ζωικό αντιπερισπασμό -ο τρόπος της μύτης να αναγνωρίζει τα εγγενή αναγωγικά στοιχεία της ποικιλίας.
Εξαιρετική αντίδραση του στόματος που βάζει την πολύ ανήσυχη οξύτητα να δράσει, ανοίγοντας τα αρώματα του φρούτου στο αποτύπωμα που άφησε η μύτη, συν την ορυκτή, ασβεστολιθική διάσταση που έρχεται να προστεθεί με πειθώ, γλυκά μπαχάρια δένουν όμορφα. Ισχυρές, πολύ καλής δουλειάς τανίνες, προβιβάζουν το σώμα πάνω από το μέτριο χωρίς να το αφήνουν να αγγίξει τα γεμάτα όρια, επιλαμβανομένης της ζωηρής οξύτητας.
Καλή σε μάκρος επίγευση, ιδιαίτερα ορυκτή αλλά και με μιά ελαφριά τανική έπαρση που προσπαθεί να διασπάσει την ισορροπία, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, με bitter και καφέϊνα στοιχεία.
Χοιρινό με δαμάσκηνο, μοσχαρίσια με κρούστα μυριστικών και δενδρολίβανου, θα τα καταφέρει άνετα και με γάστρα και φούρνο.
Η μεγάλη της στόφα, φαίνεται στα απλά ξεροφάγια: σκορδάτο παριζάκι του Πασσιά και κασέρι του Προίκα με φρέσκο ψωμί, και ανάθεμα τα γκουρμέ.


