Τα σκίτσα είναι από το ογκώδες πόνημα Wine Grapes, των Jancis Robinson, Julia Harding, José Vouillamoz
Κατ’αρχάς, τίθεται άμεσα το ερώτημα:
Δικαιούται ένας οινοκριτικός να μεροληπτεί υπέρ κάποιων ποικιλιών σταφυλιού ή να έχει προτιμήσεις;
Και αν ναι, τότε δεν θα είχαν φανερό πλεονέκτημα έναντι των άλλων -εννοώντας πάντα τα κρασιά που προέρχονται απ’αυτές αυτές-, καθιστώντας την κρίση του επηρεάσιμα διαβλητή, άρα και ύποπτη;
Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω πως δεν δίνω φανατική σημασία στην τυπικότητα των ποικιλιών, ούτως ώστε άμα τη αναγραφή π.χ. Cabernet Franc, να πετάω την σκούφια μου, θέτοντας την ετικέτα σε απόλυτο προβάδισμα και εύνοια από την παραδιπλανή που θα εξεταστεί. Όπως έχω γράψει και διατυπώσει, την μεγάλη διαφορά την κάνει ο άνθρωπος, ο αμαξάς πίσω από την άμαξα, το terroirέστερο των terroirs. Οπότε από αυτήν την πλευρά καμία ποικιλία δεν έχει ουσιαστικό αβαντάζ, αν δεν επιληφθεί ο δημιουργός για να την απογειώσει. Υπάρχουν όμως, όπως και στον φυσικό κόσμο, που άλλος είναι ψηλός, άλλος πιό εύσωμος και ούτω καθεξής, εγγενείς διαφορές στα χαρακτηριστικά, που σε κάποιο προσωπικό γούστο θες -αφού η ομορφιά είναι στα μάτια αυτού που την βλέπει-, κάποια λόξα βρε παιδί μου, να κάνει αυτά τα χαρακτηριστικά ιδιαίτερα επιθυμητά.
Κατά δεύτερον, ναι, νομίζω ότι δικαιούται, όταν δεν το φωνάζει και δεν το έχει κάνει παντιέρα αποκαλύπτοντας τις προθέσεις του, με αποτέλεσμα να γίνεται προβλέψιμος. Όλα αυτά τα χρόνια που κάνω αυτό που κάνω, παρότι έχω εκθειάσει και αποθεώσει κάποια σταφύλια, ποτέ δεν τα έθεσα υπεράνω, παρότι πολλές φορές μπήκα στον πειρασμό ή άφησα αιχμές.
Για όλα όμως, υπάρχει κάποια αρχή (που όμως δεν προδικάζει απολύτως τίποτα για το μέλλον).
Θα είμαι σύντομος, κοφτός και περιεκτικός, όσο γίνεται.
Και ακόμα πιό σύντομος για το Pinot Noir, που είναι εκτός συναγωνισμού.
Και ο λόγος είναι, ότι δεν πρόκειται για ποικιλία, αλλά για Θεότητα κλεισμένη μέσα σε μιά ρώγα. Είναι ανούσιο να παραθέσω πλείστα όσα -κορυφαία- παραδείγματα κρασιών του, που καταλαμβάνουν το θυμικό και στοιχειώνουν τις αισθήσεις με την επιτακτική, πλάνα μέθη των αρωμάτων του. Ένα σταφύλι που οι λάτρεις των κρασιών γυμναστηρίου αρνούνται να δουν το φίνο, λεπτό μεγαλείο του, που το περνά μέσα από τις δεκαετίες ασφαλώς, χαρίζοντάς του επιπλέον στρώματα γήϊνης σαγήνης, στέλνοντάς το προς την ολοκλήρωση, την πληρότητα, και ίσως την τελειότητα.
Τα επόμενα δύο, τα έχω ίσα στο αξιακό μου βάθρο, αλλά πρέπει να αρχίσω από το πιό γνωστό ή πιό ακουσμένο, αφού ακόμη και ο πατέρας μου πριν σαράντα χρόνια έλεγε ”έφερα κρασί -χύμα βέβαια- από Μερλό(τ) από ένα φίλο που το φτιάχνει”!
Τα κρασιά από Merlot, μιλώντας πάντα γι αυτά που ανήκουν σε υψηλή στάθμη, έχουν το σπάνιο χάρισμα να συμπληρώνουν ισομερώς φινέτσα, βάθος αλλά και στρογγυλάδα μαζί με ουσιαστικό φρουτώδη χαρακτήρα. Στοχεύοντας ακριβώς εκεί που πρέπει, την αβάσταχτη νοστιμιά που τα κάνει εξαιρετικά προσιτά, ταυτόχρονα όμως και ντελιριακά ποθητά. Και αυτό γιατί μερικά από τα πιό ακριβά και συλλεκτικά κρασιά τού πλανήτη, γίνονται από Merlot, έχοντας πολυσχιδή και πολύπλευρα τάλαντα οργανοληπτικών δαιδάλων, τα οποία αναπτύσσουν ασμένως σε αδιανόητη διάρκεια χρόνου, κάνοντάς τα παράλληλα πολύτιμα χρηματιστηριακά αντικείμενα.
Το μέγα Grenache, είναι ένας γόης τής ανθώδους πολυπλοκότητας, ένας Δανδής τής έκφυλης ερωτοτροπίας, με ένα κόρτε που δεν είναι δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν, ακόμα και εκείνους που λατρεύουν τα άκαμπτα κρασιά-ντουβάρια, με κτηνώδεις όγκους και διαστάσεις παλαιστών τού Σούμο. Γιά τα κρασιά του, μιλώντας ξανά για τα σοβαρής ποιότητας, πρέπει να δώσεις λίγο παραπάνω προσοχή στον αιθερικό δίαυλο που τα διαπνέει, την κομψοεπή φινέτσα και λεπτότητα που εδράζεται πάνω στην γευστική αρωματικότητα. Δεν τούς αρέσει η άσκοπη επίδειξη, δεν προσπαθούν να υποβάλλουν με την δύναμη και την πυγμή, είναι αυτονόητα ηδονιστικά από την πρώτη κιόλας γουλιά. Μερικά γιγάντια κρασιά τού κόσμου γίνονται από αυτό το σταφύλι, από την -μάλλον- γενέτειρά του Ισπανία, όπου το εκστατικό αρωματικό τους δυναμικό φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη, μέχρι τον Γαλλικό Νότο, όπου συμμετέχοντας είτε σε χαρμάνι -ως επί το πλείστον με κυριαρχικό ποσοστό- είτε αυτόνομα, συναρτούν κάποια από τα κρασιά-μύθους τής υδρογείου.
Στο τέλος της ημέρας, όλα τα κρασιά περνούν από το ίδιο κριτηριακό μοντέλο, από την ίδια κρησάρα, ανεξαρτήτως τού τι γράφει στην σύνθεση, σαν να μην έχω δει καν το σταφύλι που έχει φτιαχτεί.
Και εκεί είναι που οι όποιες προτιμήσεις πάνε περίπατο, αφού πρώτιστο λόγο έχει η δικαιοσύνη και η αλήθεια της κάθε φιάλης.
Ξέρω ότι αφέθηκαν απ’έξω κολοσσιαίες ποικιλίες με εκτόπισμα, δόξα και φήμη, όπως το τρισαγαπημένο Nebbiolo, αλλά δυστυχώς τρεις χωρούσαν εδώ.
Ξέρω επίσης, ότι αυτή είναι μιά αυστηρά δική μου επιλογή και θεώρηση, που είναι παγιωμένη ύστερα από εμπειρία δεκαετιών. Χωράει όμως μπόλικη κουβέντα, αφού ο κόσμος τού κρασιού (πρέπει να) είναι ένας κόσμος ευγενούς ανταλλαγής απόψεων, και όχι κανιβαλισμού και σαρκοφαγίας όπως έχει παρατηρηθεί εσχάτως.


